Modern Greek verb conjugation
αιχμαλωτίζω · to capture; to captivate
Passive: αιχμαλωτίζομαι.
Η μουσική αιχμαλώτισε το κοινό. — The music captivated the audience.
Perfect versus state: έχω αιχμαλωτίσει / έχω αιχμαλωτιστεί are the perfect forms. Είμαι αιχμαλωτισμένος/αιχμαλωτισμένη describes being captive or captivated. Constructions with έχω + αιχμαλωτισμένο need an object and context.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αιχμαλωτίζω | αιχμαλωτίζομαι |
| εσύ · you | αιχμαλωτίζεις | αιχμαλωτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αιχμαλωτίζει | αιχμαλωτίζεται |
| εμείς · we | αιχμαλωτίζουμε, αιχμαλωτίζομε | αιχμαλωτιζόμαστε |
| εσείς · you | αιχμαλωτίζετε | αιχμαλωτίζεστε, αιχμαλωτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αιχμαλωτίζουν(ε) | αιχμαλωτίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αιχμαλώτιζα | αιχμαλωτιζόμουν(α) |
| εσύ · you | αιχμαλώτιζες | αιχμαλωτιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αιχμαλώτιζε | αιχμαλωτιζόταν(ε) |
| εμείς · we | αιχμαλωτίζαμε | αιχμαλωτιζόμαστε, αιχμαλωτιζόμασταν |
| εσείς · you | αιχμαλωτίζατε | αιχμαλωτιζόσαστε, αιχμαλωτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αιχμαλώτιζαν, αιχμαλωτίζαν(ε) | αιχμαλωτίζονταν, αιχμαλωτιζόντανε, αιχμαλωτιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αιχμαλώτισα | αιχμαλωτίστηκα |
| εσύ · you | αιχμαλώτισες | αιχμαλωτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αιχμαλώτισε | αιχμαλωτίστηκε |
| εμείς · we | αιχμαλωτίσαμε | αιχμαλωτιστήκαμε |
| εσείς · you | αιχμαλωτίσατε | αιχμαλωτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αιχμαλώτισαν, αιχμαλωτίσαν(ε) | αιχμαλωτίστηκαν, αιχμαλωτιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αιχμαλωτίσει | έχω αιχμαλωτιστεί |
| εσύ · you | έχεις αιχμαλωτίσει | έχεις αιχμαλωτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αιχμαλωτίσει | έχει αιχμαλωτιστεί |
| εμείς · we | έχουμε αιχμαλωτίσει | έχουμε αιχμαλωτιστεί |
| εσείς · you | έχετε αιχμαλωτίσει | έχετε αιχμαλωτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αιχμαλωτίσει | έχουν αιχμαλωτιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αιχμαλωτίσει | είχα αιχμαλωτιστεί |
| εσύ · you | είχες αιχμαλωτίσει | είχες αιχμαλωτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αιχμαλωτίσει | είχε αιχμαλωτιστεί |
| εμείς · we | είχαμε αιχμαλωτίσει | είχαμε αιχμαλωτιστεί |
| εσείς · you | είχατε αιχμαλωτίσει | είχατε αιχμαλωτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αιχμαλωτίσει | είχαν αιχμαλωτιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αιχμαλωτίζω | θα αιχμαλωτίζομαι |
| εσύ · you | θα αιχμαλωτίζεις | θα αιχμαλωτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αιχμαλωτίζει | θα αιχμαλωτίζεται |
| εμείς · we | θα αιχμαλωτίζουμε, θα αιχμαλωτίζομε | θα αιχμαλωτιζόμαστε |
| εσείς · you | θα αιχμαλωτίζετε | θα αιχμαλωτίζεστε, θα αιχμαλωτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αιχμαλωτίζουν(ε) | θα αιχμαλωτίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αιχμαλωτίσω | θα αιχμαλωτιστώ |
| εσύ · you | θα αιχμαλωτίσεις | θα αιχμαλωτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αιχμαλωτίσει | θα αιχμαλωτιστεί |
| εμείς · we | θα αιχμαλωτίσουμε, θα αιχμαλωτίσομε | θα αιχμαλωτιστούμε |
| εσείς · you | θα αιχμαλωτίσετε | θα αιχμαλωτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αιχμαλωτίσουν(ε) | θα αιχμαλωτιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αιχμαλωτίσει | θα έχω αιχμαλωτιστεί |
| εσύ · you | θα έχεις αιχμαλωτίσει | θα έχεις αιχμαλωτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αιχμαλωτίσει | θα έχει αιχμαλωτιστεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αιχμαλωτίσει | θα έχουμε αιχμαλωτιστεί |
| εσείς · you | θα έχετε αιχμαλωτίσει | θα έχετε αιχμαλωτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αιχμαλωτίσει | θα έχουν αιχμαλωτιστεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αιχμαλωτίζω | να αιχμαλωτίζομαι |
| εσύ · you | να αιχμαλωτίζεις | να αιχμαλωτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αιχμαλωτίζει | να αιχμαλωτίζεται |
| εμείς · we | να αιχμαλωτίζουμε, να αιχμαλωτίζομε | να αιχμαλωτιζόμαστε |
| εσείς · you | να αιχμαλωτίζετε | να αιχμαλωτίζεστε, να αιχμαλωτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αιχμαλωτίζουν(ε) | να αιχμαλωτίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αιχμαλωτίσω | να αιχμαλωτιστώ |
| εσύ · you | να αιχμαλωτίσεις | να αιχμαλωτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αιχμαλωτίσει | να αιχμαλωτιστεί |
| εμείς · we | να αιχμαλωτίσουμε, να αιχμαλωτίσομε | να αιχμαλωτιστούμε |
| εσείς · you | να αιχμαλωτίσετε | να αιχμαλωτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αιχμαλωτίσουν(ε) | να αιχμαλωτιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αιχμαλωτίσει | να έχω αιχμαλωτιστεί |
| εσύ · you | να έχεις αιχμαλωτίσει | να έχεις αιχμαλωτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αιχμαλωτίσει | να έχει αιχμαλωτιστεί |
| εμείς · we | να έχουμε αιχμαλωτίσει | να έχουμε αιχμαλωτιστεί |
| εσείς · you | να έχετε αιχμαλωτίσει | να έχετε αιχμαλωτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αιχμαλωτίσει | να έχουν αιχμαλωτιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: αιχμαλώτιζε / αιχμαλωτίζετε.
Simple active: αιχμαλώτισε / αιχμαλωτίστε.
Passive simple: αιχμαλωτίσου / αιχμαλωτιστείτε. These need a suitable context and are unusual as ordinary standalone instructions.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participles: αιχμαλωτίζοντας; formal passive αιχμαλωτιζόμενος, αιχμαλωτιζόμενη, αιχμαλωτιζόμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας αιχμαλωτίσει / έχοντας αιχμαλωτιστεί.
Passive participle: αιχμαλωτισμένος, αιχμαλωτισμένη, αιχμαλωτισμένο; plural αιχμαλωτισμένοι, αιχμαλωτισμένες, αιχμαλωτισμένα.
Invariant compound-tense forms: αιχμαλωτίσει / αιχμαλωτιστεί; not independently used infinitives.
Stem distinction: θα αιχμαλωτίζουμε is continuous; θα αιχμαλωτίσουμε is simple. The form with -ζομε must not be listed in the simple future.
https://moderngreekverbs.com/aixmalotizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.