Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ακολουθάω / ακολουθώ — to follow

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ακολουθάω / ακολουθώ · to follow

Ακολούθησέ με. — Follow me.

Two present patterns: ακολουθάω, ακολουθάς and ακολουθώ, ακολουθείς. This page follows the -άω pattern. Both share ακολούθησα / θα ακολουθήσω. See also the -ώ pattern.

Passive usage: This page retains the alternative pattern ακολουθιέμαι. The pattern ακολουθούμαι, especially ακολουθείται / ακολουθούνται, is useful when a procedure, rule or method is followed. Personal passive commands need context and are not everyday model phrases.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iακολουθάω, ακολουθώακολουθιέμαι
εσύ · youακολουθάςακολουθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακολουθάει, ακολουθάακολουθιέται
εμείς · weακολουθάμε, ακολουθούμεακολουθιόμαστε
εσείς · youακολουθάτεακολουθιέστε, ακολουθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακολουθάν(ε), ακολουθούν(ε)ακολουθιούνται, ακολουθιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iακολουθούσα, ακολούθαγαακολουθιόμουν(α)
εσύ · youακολουθούσες, ακολούθαγεςακολουθιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακολουθούσε, ακολούθαγεακολουθιόταν(ε)
εμείς · weακολουθούσαμε, ακολουθάγαμεακολουθιόμαστε, ακολουθιόμασταν
εσείς · youακολουθούσατε, ακολουθάγατεακολουθιόσαστε, ακολουθιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακολουθούσαν(ε), ακολούθαγαν, ακολουθάγανεακολουθιόνταν(ε), ακολουθιούνταν, ακολουθιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iακολούθησαακολουθήθηκα
εσύ · youακολούθησεςακολουθήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακολούθησεακολουθήθηκε
εμείς · weακολουθήσαμεακολουθηθήκαμε
εσείς · youακολουθήσατεακολουθηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακολούθησαν, ακολουθήσαν(ε)ακολουθήθηκαν, ακολουθηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ακολουθήσειέχω ακολουθηθεί
εσύ · youέχεις ακολουθήσειέχεις ακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ακολουθήσειέχει ακολουθηθεί
εμείς · weέχουμε ακολουθήσειέχουμε ακολουθηθεί
εσείς · youέχετε ακολουθήσειέχετε ακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ακολουθήσειέχουν ακολουθηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ακολουθήσειείχα ακολουθηθεί
εσύ · youείχες ακολουθήσειείχες ακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ακολουθήσειείχε ακολουθηθεί
εμείς · weείχαμε ακολουθήσειείχαμε ακολουθηθεί
εσείς · youείχατε ακολουθήσειείχατε ακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ακολουθήσειείχαν ακολουθηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ακολουθάω, θα ακολουθώθα ακολουθιέμαι
εσύ · youθα ακολουθάςθα ακολουθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ακολουθάει, θα ακολουθάθα ακολουθιέται
εμείς · weθα ακολουθάμε, θα ακολουθούμεθα ακολουθιόμαστε
εσείς · youθα ακολουθάτεθα ακολουθιέστε, θα ακολουθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ακολουθάν(ε), θα ακολουθούν(ε)θα ακολουθιούνται, θα ακολουθιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ακολουθήσωθα ακολουθηθώ
εσύ · youθα ακολουθήσειςθα ακολουθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ακολουθήσειθα ακολουθηθεί
εμείς · weθα ακολουθήσουμε, θα ακολουθήσομεθα ακολουθηθούμε
εσείς · youθα ακολουθήσετεθα ακολουθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ακολουθήσουν(ε)θα ακολουθηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ακολουθήσειθα έχω ακολουθηθεί
εσύ · youθα έχεις ακολουθήσειθα έχεις ακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ακολουθήσειθα έχει ακολουθηθεί
εμείς · weθα έχουμε ακολουθήσειθα έχουμε ακολουθηθεί
εσείς · youθα έχετε ακολουθήσειθα έχετε ακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ακολουθήσειθα έχουν ακολουθηθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ακολουθάω, να ακολουθώνα ακολουθιέμαι
εσύ · youνα ακολουθάςνα ακολουθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ακολουθάει, να ακολουθάνα ακολουθιέται
εμείς · weνα ακολουθάμε, να ακολουθούμενα ακολουθιόμαστε
εσείς · youνα ακολουθάτενα ακολουθιέστε, να ακολουθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ακολουθάν(ε), να ακολουθούν(ε)να ακολουθιούνται, να ακολουθιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ακολουθήσωνα ακολουθηθώ
εσύ · youνα ακολουθήσειςνα ακολουθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ακολουθήσεινα ακολουθηθεί
εμείς · weνα ακολουθήσουμε, να ακολουθήσομενα ακολουθηθούμε
εσείς · youνα ακολουθήσετενα ακολουθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ακολουθήσουν(ε)να ακολουθηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ακολουθήσεινα έχω ακολουθηθεί
εσύ · youνα έχεις ακολουθήσεινα έχεις ακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ακολουθήσεινα έχει ακολουθηθεί
εμείς · weνα έχουμε ακολουθήσεινα έχουμε ακολουθηθεί
εσείς · youνα έχετε ακολουθήσεινα έχετε ακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ακολουθήσεινα έχουν ακολουθηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ακολούθα / ακολουθάτε; singular alternative ακολούθαγε.

Simple active: ακολούθησε / ακολουθήστε.

Accent: The command is ακολούθα, not ακόλουθα. With a following unstressed pronoun, write ακολούθησέ με.

Passive simple: ακολουθήσου / ακολουθηθείτε; context-dependent and unusual as standalone commands.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ακολουθώντας.

Perfect participial constructions: έχοντας ακολουθήσει / έχοντας ακολουθηθεί.

Invariant compound-tense forms: ακολουθήσει / ακολουθηθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/akolouthao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

1 thought on “ακολουθάω / ακολουθώ — to follow”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /akolouthao/