Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βηματίζω — to pace, walk with measured steps

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βηματίζω — to pace; to walk with measured steps

Often used for walking up and down in a limited space. Περπατώ is the more general verb for walking.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βηματίζω
εσύ — you βηματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βηματίζει
εμείς — we βηματίζουμε, βηματίζομε
εσείς — you (plural / polite) βηματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βηματίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βημάτιζα
εσύ — you βημάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βημάτιζε
εμείς — we βηματίζαμε
εσείς — you (plural / polite) βηματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βημάτιζαν, βηματίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βημάτισα
εσύ — you βημάτισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βημάτισε
εμείς — we βηματίσαμε
εσείς — you (plural / polite) βηματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βημάτισαν, βηματίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω βηματίσει
εσύ — you έχεις βηματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βηματίσει
εμείς — we έχουμε βηματίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε βηματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βηματίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα βηματίσει
εσύ — you είχες βηματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βηματίσει
εμείς — we είχαμε βηματίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε βηματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βηματίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα βηματίζω
εσύ — you θα βηματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βηματίζει
εμείς — we θα βηματίζουμε, θα βηματίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα βηματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βηματίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα βηματίσω
εσύ — you θα βηματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βηματίσει
εμείς — we θα βηματίσουμε / θα βηματίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα βηματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βηματίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω βηματίσει
εσύ — you θα έχεις βηματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βηματίσει
εμείς — we θα έχουμε βηματίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βηματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βηματίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να βηματίζω
εσύ — you να βηματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βηματίζει
εμείς — we να βηματίζουμε, να βηματίζομε
εσείς — you (plural / polite) να βηματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βηματίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να βηματίσω
εσύ — you να βηματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βηματίσει
εμείς — we να βηματίσουμε, να βηματίσομε
εσείς — you (plural / polite) να βηματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βηματίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω βηματίσει
εσύ — you να έχεις βηματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βηματίσει
εμείς — we να έχουμε βηματίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βηματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βηματίσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: βημάτιζε / βηματίζετε.

Simple: βημάτισε (εσύ); βηματίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present stem: βηματιζ-; perfective stem: βηματισ-. Past: βημάτισα.
  • Simple future plural: θα βηματίσουμε / θα βηματίσομε, not θα βηματίζομε.
  • βηματίζοντας — pacing; έχοντας βηματίσει — having paced.
  • Negative: μη βηματίζεις / μη βηματίσεις.

Βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο.

He or she was pacing up and down the room.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βηματίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bimatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /bimatizo/