Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βηματίζω — to pace; to walk with measured steps
Often used for walking up and down in a limited space. Περπατώ is the more general verb for walking.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βηματίζω |
| εσύ — you | βηματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βηματίζει |
| εμείς — we | βηματίζουμε, βηματίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | βηματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βηματίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βημάτιζα |
| εσύ — you | βημάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βημάτιζε |
| εμείς — we | βηματίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βηματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βημάτιζαν, βηματίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βημάτισα |
| εσύ — you | βημάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βημάτισε |
| εμείς — we | βηματίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βηματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βημάτισαν, βηματίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω βηματίσει |
| εσύ — you | έχεις βηματίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βηματίσει |
| εμείς — we | έχουμε βηματίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βηματίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βηματίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα βηματίσει |
| εσύ — you | είχες βηματίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βηματίσει |
| εμείς — we | είχαμε βηματίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βηματίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βηματίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βηματίζω |
| εσύ — you | θα βηματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βηματίζει |
| εμείς — we | θα βηματίζουμε, θα βηματίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βηματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βηματίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βηματίσω |
| εσύ — you | θα βηματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βηματίσει |
| εμείς — we | θα βηματίσουμε / θα βηματίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βηματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βηματίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βηματίσει |
| εσύ — you | θα έχεις βηματίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βηματίσει |
| εμείς — we | θα έχουμε βηματίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βηματίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βηματίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βηματίζω |
| εσύ — you | να βηματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βηματίζει |
| εμείς — we | να βηματίζουμε, να βηματίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βηματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βηματίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βηματίσω |
| εσύ — you | να βηματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βηματίσει |
| εμείς — we | να βηματίσουμε, να βηματίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βηματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βηματίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω βηματίσει |
| εσύ — you | να έχεις βηματίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βηματίσει |
| εμείς — we | να έχουμε βηματίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βηματίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βηματίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: βημάτιζε / βηματίζετε.
Simple: βημάτισε (εσύ); βηματίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present stem: βηματιζ-; perfective stem: βηματισ-. Past: βημάτισα.
- Simple future plural: θα βηματίσουμε / θα βηματίσομε, not θα βηματίζομε.
- βηματίζοντας — pacing; έχοντας βηματίσει — having paced.
- Negative: μη βηματίζεις / μη βηματίσεις.
Βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο.
He or she was pacing up and down the room.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βηματίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bimatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/bimatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.