Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
βγάζω: core forms & usage
to take out; to remove
The perfective stem is βγαλ-: έβγαλα, θα βγάλω. Βγάζω and βγαίνω have different forms and uses.
Βγάζω τα παπούτσια μου στην πόρτα.
I take my shoes off at the door.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | βγάζω |
| you (singular) | βγάζεις |
| he / she / it | βγάζει |
| we | βγάζουμε, βγάζομε |
| you (plural or polite) | βγάζετε |
| they | βγάζουν, βγάζουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έβγαζα |
| you (singular) | έβγαζες |
| he / she / it | έβγαζε |
| we | βγάζαμε |
| you (plural or polite) | βγάζατε |
| they | έβγαζαν, βγάζαν, βγάζανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έβγαλα |
| you (singular) | έβγαλες |
| he / she / it | έβγαλε |
| we | βγάλαμε |
| you (plural or polite) | βγάλατε |
| they | έβγαλαν, βγάλαν, βγάλανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα βγάλω |
| you (singular) | θα βγάλεις |
| he / she / it | θα βγάλει |
| we | θα βγάλουμε, θα βγάλομε |
| you (plural or polite) | θα βγάλετε |
| they | θα βγάλουν, θα βγάλουνε |
See this verb in use
Βγάζω τα κλειδιά από την τσέπη.
I am taking the keys out of my pocket.
Βγάζω means take something out or remove it. Compare βγαίνω, go or come out: βγάζω has the thing removed as its object.
Compare the meanings: βάζω (bazo) — to put, place, set
βγάζω — to take out; to remove; to produce
A transitive verb. Compare βγαίνω — to go or come out.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βγάζω | βγάζομαι |
| εσύ — you | βγάζεις | βγάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βγάζει | βγάζεται |
| εμείς — we | βγάζουμε, βγάζομε | βγαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βγάζετε | βγάζεστε, βγαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βγάζουν(ε) | βγάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβγαζα | βγαζόμουν(α) |
| εσύ — you | έβγαζες | βγαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβγαζε | βγαζόταν(ε) |
| εμείς — we | βγάζαμε | βγαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βγάζατε | βγαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβγαζαν, βγάζαν(ε) | βγάζονταν, βγαζόντανε, βγαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβγαλα | βγάλθηκα |
| εσύ — you | έβγαλες | βγάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβγαλε | βγάλθηκε |
| εμείς — we | βγάλαμε | βγαλθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βγάλατε | βγαλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβγαλαν, βγάλαν(ε) | βγάλθηκαν, βγαλθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βγάλει | έχω βγαλθεί |
| εσύ — you | έχεις βγάλει | έχεις βγαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βγάλει | έχει βγαλθεί |
| εμείς — we | έχουμε βγάλει | έχουμε βγαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βγάλει | έχετε βγαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βγάλει | έχουν βγαλθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βγάλει | είχα βγαλθεί |
| εσύ — you | είχες βγάλει | είχες βγαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βγάλει | είχε βγαλθεί |
| εμείς — we | είχαμε βγάλει | είχαμε βγαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βγάλει | είχατε βγαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βγάλει | είχαν βγαλθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βγάζω | θα βγάζομαι |
| εσύ — you | θα βγάζεις | θα βγάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βγάζει | θα βγάζεται |
| εμείς — we | θα βγάζουμε, θα βγάζομε | θα βγαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βγάζετε | θα βγάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βγάζουνε | θα βγάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βγάλω | θα βγαλθώ |
| εσύ — you | θα βγάλεις | θα βγαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βγάλει | θα βγαλθεί |
| εμείς — we | θα βγάλουμε, θα βγάλομε | θα βγαλθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βγάλετε | θα βγαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βγάλουνε | θα βγαλθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βγάλει | θα έχω βγαλθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βγάλει | θα έχεις βγαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βγάλει | θα έχει βγαλθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βγάλει | θα έχουμε βγαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βγάλει | θα έχετε βγαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βγάλει | θα έχουν βγαλθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βγάζω | να βγάζομαι |
| εσύ — you | να βγάζεις | να βγάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βγάζει | να βγάζεται |
| εμείς — we | να βγάζουμε, να βγάζομε | να βγαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βγάζετε | να βγάζεστε, να βγαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βγάζουνε | να βγάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βγάλω | να βγαλθώ |
| εσύ — you | να βγάλεις | να βγαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βγάλει | να βγαλθεί |
| εμείς — we | να βγάλουμε, να βγάλομε | να βγαλθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βγάλετε | να βγαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βγάλουν(ε) | να βγαλθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βγάλει | να έχω βγαλθεί |
| εσύ — you | να έχεις βγάλει | να έχεις βγαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βγάλει | να έχει βγαλθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βγάλει | να έχουμε βγαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βγάλει | να έχετε βγαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βγάλει | να έχουν βγαλθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βγάζε | βγάζετε | — | — |
| Simple | βγάλε | βγάλτε | — | βγαλθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: έβγαλα. Perfective forms: να βγάλω, θα βγάλω, έχω βγάλει.
- The passive βγάλθηκα / έχω βγαλθεί is less common than the active and belongs to particular contexts. Do not mechanically substitute it for βγήκα, which belongs to βγαίνω.
- βγάζοντας — taking out; έχοντας βγάλει — having taken out.
- βγαλμένος, βγαλμένη, βγαλμένο describes something removed or taken out and agrees with its noun.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Direct imperative: βγάλε / βγάλτε. Negative: μη βγάζεις / μη βγάλεις.
Βγάλε το βιβλίο από την τσάντα.
Take the book out of the bag.
Έβγαλε τα παπούτσια του.
He took off his shoes.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βγάζω.
https://moderngreekverbs.com/bgazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.