Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
βάζω: core forms & usage
to put
The perfective stem is βαλ-: έβαλα, θα βάλω. It is not formed by changing ζ to σ.
Βάζω το ποτήρι στο τραπέζι.
I put the glass on the table.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | βάζω |
| you (singular) | βάζεις |
| he / she / it | βάζει |
| we | βάζουμε, βάζομε |
| you (plural or polite) | βάζετε |
| they | βάζουν, βάζουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έβαζα |
| you (singular) | έβαζες |
| he / she / it | έβαζε |
| we | βάζαμε |
| you (plural or polite) | βάζατε |
| they | έβαζαν, βάζαν, βάζανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έβαλα |
| you (singular) | έβαλες |
| he / she / it | έβαλε |
| we | βάλαμε |
| you (plural or polite) | βάλατε |
| they | έβαλαν, βάλαν, βάλανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα βάλω |
| you (singular) | θα βάλεις |
| he / she / it | θα βάλει |
| we | θα βάλουμε, θα βάλομε |
| you (plural or polite) | θα βάλετε |
| they | θα βάλουν, θα βάλουνε |
See this verb in use
Βάζω το βιβλίο στην τσάντα.
I am putting the book in the bag.
Βάζω usually names something you put or place somewhere. Το βιβλίο is the object moved, and στην τσάντα identifies its destination.
Compare the meanings: βγάζω (bgazo) — to take out, remove, produce
βάζω — to put; to place; to set
The passive-looking series has restricted uses. Βάλθηκα να often means “I set out to” or “I became intent on”, rather than simply “I was put”.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάζω | βάζομαι |
| εσύ — you | βάζεις | βάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάζει | βάζεται |
| εμείς — we | βάζουμε, βάζομε | βαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βάζετε | βάζεστε, βαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάζουν(ε) | βάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβαζα | βαζόμουν(α) |
| εσύ — you | έβαζες | βαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβαζε | βαζόταν(ε) |
| εμείς — we | βάζαμε | βαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βάζατε | βαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβαζαν, βάζαν(ε) | βάζονταν, βαζόντανε, βαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβαλα | βάλθηκα |
| εσύ — you | έβαλες | βάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβαλε | βάλθηκε |
| εμείς — we | βάλαμε | βαλθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βάλατε | βαλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβαλαν, βάλαν(ε) | βάλθηκαν, βαλθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βάλει | έχω βαλθεί |
| εσύ — you | έχεις βάλει | έχεις βαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βάλει | έχει βαλθεί |
| εμείς — we | έχουμε βάλει | έχουμε βαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βάλει | έχετε βαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βάλει | έχουν βαλθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βάλει | είχα βαλθεί |
| εσύ — you | είχες βάλει | είχες βαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βάλει | είχε βαλθεί |
| εμείς — we | είχαμε βάλει | είχαμε βαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βάλει | είχατε βαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βάλει | είχαν βαλθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βάζω | θα βάζομαι |
| εσύ — you | θα βάζεις | θα βάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βάζει | θα βάζεται |
| εμείς — we | θα βάζουμε, θα βάζομε | θα βαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βάζετε | θα βάζεστε, θα βαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βάζουν(ε) | θα βάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βάλω | θα βαλθώ |
| εσύ — you | θα βάλεις | θα βαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βάλει | θα βαλθεί |
| εμείς — we | θα βάλουμε, θα βάλομε | θα βαλθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βάλετε | θα βαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βάλουν(ε) | θα βαλθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βάλει | θα έχω βαλθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βάλει | θα έχεις βαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βάλει | θα έχει βαλθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βάλει | θα έχουμε βαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βάλει | θα έχετε βάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βάλει | θα έχουν βαλθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βάζω | να βάζομαι |
| εσύ — you | να βάζεις | να βάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βάζει | να βάζεται |
| εμείς — we | να βάζουμε, να βάζομε | να βαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βάζετε | να βάζεστε, να βαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βάζουν(ε) | να βάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βάλω | να βαλθώ |
| εσύ — you | να βάλεις | να βαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βάλει | να βαλθεί |
| εμείς — we | να βάλουμε, να βάλομε | να βαλθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βάλετε | να βαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βάλουν(ε) | να βαλθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βάλει | να έχω βαλθεί |
| εσύ — you | να έχεις βάλει | να έχεις βαλθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βάλει | να έχει βαλθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βάλει | να έχουμε βαλθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βάλει | να έχετε βαλθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βάλει | να έχουν βαλθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βάζε | βάζετε | — | — |
| Simple | βάλε | βάλτε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present stem: βαζ-; active perfective stem: βαλ-. Past: έβαλα; simple future: θα βάλω; perfect: έχω βάλει.
- For the ordinary passive of putting an object somewhere, τοποθετούμαι / τοποθετήθηκα may be more natural than mechanically using βάλθηκα.
- Βάζομαι can occur in specific expressions, such as putting oneself in a position; it is not an interchangeable passive in every sentence.
- βάζοντας — putting; έχοντας βάλει — having put.
- βαλμένος, βαλμένη, βαλμένο describes something placed or someone intent on something. It is not a routine substitute for a perfect tense.
- Direct imperative: βάλε / βάλτε. Negative: μη βάζεις / μη βάλεις; μη βάζετε / μη βάλετε.
Βάλε το βιβλίο στο τραπέζι.
Put the book on the table.
Βάλθηκε να λύσει το πρόβλημα.
He or she became intent on solving the problem.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βάζω.
https://moderngreekverbs.com/bazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.