Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βεβαιώνω — to assure, confirm, certify
βεβαιώνομαι — to make sure; to be confirmed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βεβαιώνω | βεβαιώνομαι |
| εσύ — you | βεβαιώνεις | βεβαιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βεβαιώνει | βεβαιώνεται |
| εμείς — we | βεβαιώνουμε, βεβαιώνομε | βεβαιωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βεβαιώνετε | βεβαιώνεστε, βεβαιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βεβαιώνουν(ε) | βεβαιώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βεβαίωνα | βεβαιωνόμουν(α) |
| εσύ — you | βεβαίωνες | βεβαιωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βεβαίωνε | βεβαιωνόταν(ε) |
| εμείς — we | βεβαιώναμε | βεβαιωνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βεβαιώνατε | βεβαιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βεβαίωναν, βεβαιώναν(ε) | βεβαιώνονταν, βεβαιωνόντανε, βεβαιωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βεβαίωσα | βεβαιώθηκα |
| εσύ — you | βεβαίωσες | βεβαιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βεβαίωσε | βεβαιώθηκε |
| εμείς — we | βεβαιώσαμε | βεβαιωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βεβαιώσατε | βεβαιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βεβαίωσαν, βεβαιώσαν(ε) | βεβαιώθηκαν, βεβαιωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βεβαιώσει | έχω βεβαιωθεί |
| εσύ — you | έχεις βεβαιώσει | έχεις βεβαιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βεβαιώσει | έχει βεβαιωθεί |
| εμείς — we | έχουμε βεβαιώσει | έχουμε βεβαιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βεβαιώσει | έχετε βεβαιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βεβαιώσει | έχουν βεβαιωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βεβαιώσει | είχα βεβαιωθεί |
| εσύ — you | είχες βεβαιώσει | είχες βεβαιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βεβαιώσει | είχε βεβαιωθεί |
| εμείς — we | είχαμε βεβαιώσει | είχαμε βεβαιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βεβαιώσει | είχατε βεβαιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βεβαιώσει | είχαν βεβαιωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βεβαιώνω | θα βεβαιώνομαι |
| εσύ — you | θα βεβαιώνεις | θα βεβαιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βεβαιώνει | θα βεβαιώνεται |
| εμείς — we | θα βεβαιώνουμε, θα βεβαιώνομε | θα βεβαιωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βεβαιώνετε | θα βεβαιώνεστε, θα βεβαιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βεβαιώνουν(ε) | θα βεβαιώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βεβαιώσω | θα βεβαιωθώ |
| εσύ — you | θα βεβαιώσεις | θα βεβαιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βεβαιώσει | θα βεβαιωθεί |
| εμείς — we | θα βεβαιώσουμε, θα βεβαιώσομε | θα βεβαιωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βεβαιώσετε | θα βεβαιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βεβαιώσουν | θα βεβαιωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βεβαιώσει | θα έχω βεβαιωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βεβαιώσει | θα έχεις βεβαιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βεβαιώσει | θα έχει βεβαιωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βεβαιώσει | θα έχουμε βεβαιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βεβαιώσει | θα έχετε βεβαιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βεβαιώσει | θα έχουν βεβαιωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βεβαιώνω | να βεβαιώνομαι |
| εσύ — you | να βεβαιώνεις | να βεβαιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βεβαιώνει | να βεβαιώνεται |
| εμείς — we | να βεβαιώνουμε, να βεβαιώνομε | να βεβαιωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βεβαιώνετε | να βεβαιώνεστε, να βεβαιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βεβαιώνουν(ε) | να βεβαιώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βεβαιώσω | να βεβαιωθώ |
| εσύ — you | να βεβαιώσεις | να βεβαιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βεβαιώσει | να βεβαιωθεί |
| εμείς — we | να βεβαιώσουμε, να βεβαιώσομε | να βεβαιωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βεβαιώσετε | να βεβαιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βεβαιώσουν(ε) | να βεβαιωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βεβαιώσει | να έχω βεβαιωθεί |
| εσύ — you | να έχεις βεβαιώσει | να έχεις βεβαιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βεβαιώσει | να έχει βεβαιωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βεβαιώσει | να έχουμε βεβαιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βεβαιώσει | να έχετε βεβαιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βεβαιώσει | να έχουν βεβαιωθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βεβαίωνε | βεβαιώνετε | να βεβαιώνεσαι (να-construction) | βεβαιώνεστε |
| Simple | βεβαίωσε | βεβαιώστε | βεβαιώσου | βεβαιωθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- βεβαιώνοντας — assuring / confirming; έχοντας βεβαιώσει — having confirmed.
- βεβαιωμένος, with the corresponding feminine and neuter endings, describes a state or result and agrees with its noun.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Direct plural imperative: βεβαιώστε. The form ending in -σετε requires θα, να or μην.
Βεβαιώσου ότι η πόρτα είναι κλειστή.
Make sure the door is closed.
Η γραμματεία βεβαίωσε την παραλαβή.
The office confirmed receipt.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βεβαιώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bebaiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/bebaiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.