Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βεβαιώνω — to assure, confirm, certify

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βεβαιώνω — to assure, confirm, certify

βεβαιώνομαι — to make sure; to be confirmed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βεβαιώνω βεβαιώνομαι
εσύ — you βεβαιώνεις βεβαιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βεβαιώνει βεβαιώνεται
εμείς — we βεβαιώνουμε, βεβαιώνομε βεβαιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βεβαιώνετε βεβαιώνεστε, βεβαιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βεβαιώνουν(ε) βεβαιώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βεβαίωνα βεβαιωνόμουν(α)
εσύ — you βεβαίωνες βεβαιωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βεβαίωνε βεβαιωνόταν(ε)
εμείς — we βεβαιώναμε βεβαιωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βεβαιώνατε βεβαιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βεβαίωναν, βεβαιώναν(ε) βεβαιώνονταν, βεβαιωνόντανε, βεβαιωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βεβαίωσα βεβαιώθηκα
εσύ — you βεβαίωσες βεβαιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βεβαίωσε βεβαιώθηκε
εμείς — we βεβαιώσαμε βεβαιωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βεβαιώσατε βεβαιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βεβαίωσαν, βεβαιώσαν(ε) βεβαιώθηκαν, βεβαιωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βεβαιώσει έχω βεβαιωθεί
εσύ — you έχεις βεβαιώσει έχεις βεβαιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βεβαιώσει έχει βεβαιωθεί
εμείς — we έχουμε βεβαιώσει έχουμε βεβαιωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βεβαιώσει έχετε βεβαιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βεβαιώσει έχουν βεβαιωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βεβαιώσει είχα βεβαιωθεί
εσύ — you είχες βεβαιώσει είχες βεβαιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βεβαιώσει είχε βεβαιωθεί
εμείς — we είχαμε βεβαιώσει είχαμε βεβαιωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βεβαιώσει είχατε βεβαιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βεβαιώσει είχαν βεβαιωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βεβαιώνω θα βεβαιώνομαι
εσύ — you θα βεβαιώνεις θα βεβαιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βεβαιώνει θα βεβαιώνεται
εμείς — we θα βεβαιώνουμε, θα βεβαιώνομε θα βεβαιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βεβαιώνετε θα βεβαιώνεστε, θα βεβαιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βεβαιώνουν(ε) θα βεβαιώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βεβαιώσω θα βεβαιωθώ
εσύ — you θα βεβαιώσεις θα βεβαιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βεβαιώσει θα βεβαιωθεί
εμείς — we θα βεβαιώσουμε, θα βεβαιώσομε θα βεβαιωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βεβαιώσετε θα βεβαιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βεβαιώσουν θα βεβαιωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βεβαιώσει θα έχω βεβαιωθεί
εσύ — you θα έχεις βεβαιώσει θα έχεις βεβαιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βεβαιώσει θα έχει βεβαιωθεί
εμείς — we θα έχουμε βεβαιώσει θα έχουμε βεβαιωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βεβαιώσει θα έχετε βεβαιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βεβαιώσει θα έχουν βεβαιωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βεβαιώνω να βεβαιώνομαι
εσύ — you να βεβαιώνεις να βεβαιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βεβαιώνει να βεβαιώνεται
εμείς — we να βεβαιώνουμε, να βεβαιώνομε να βεβαιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βεβαιώνετε να βεβαιώνεστε, να βεβαιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βεβαιώνουν(ε) να βεβαιώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βεβαιώσω να βεβαιωθώ
εσύ — you να βεβαιώσεις να βεβαιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βεβαιώσει να βεβαιωθεί
εμείς — we να βεβαιώσουμε, να βεβαιώσομε να βεβαιωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να βεβαιώσετε να βεβαιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βεβαιώσουν(ε) να βεβαιωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βεβαιώσει να έχω βεβαιωθεί
εσύ — you να έχεις βεβαιώσει να έχεις βεβαιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βεβαιώσει να έχει βεβαιωθεί
εμείς — we να έχουμε βεβαιώσει να έχουμε βεβαιωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βεβαιώσει να έχετε βεβαιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βεβαιώσει να έχουν βεβαιωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βεβαίωνε βεβαιώνετε να βεβαιώνεσαι (να-construction) βεβαιώνεστε
Simple βεβαίωσε βεβαιώστε βεβαιώσου βεβαιωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • βεβαιώνοντας — assuring / confirming; έχοντας βεβαιώσει — having confirmed.
  • βεβαιωμένος, with the corresponding feminine and neuter endings, describes a state or result and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Direct plural imperative: βεβαιώστε. The form ending in -σετε requires θα, να or μην.

Βεβαιώσου ότι η πόρτα είναι κλειστή.

Make sure the door is closed.

Η γραμματεία βεβαίωσε την παραλαβή.

The office confirmed receipt.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βεβαιώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bebaiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /bebaiono/