απλώνω (aplono) — to spread, stretch out

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απλώνω — to spread; to stretch out; to hang out washing

απλώνομαι — to spread out; to extend.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απλώνω απλώνομαι
εσύ — you απλώνεις απλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απλώνει απλώνεται
εμείς — we απλώνουμε, απλώνομε απλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) απλώνετε απλώνεστε, απλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απλώνουν(ε) απλώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I άπλωνα απλωνόμουν(α)
εσύ — you άπλωνες απλωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άπλωνε απλωνόταν(ε)
εμείς — we απλώναμε απλωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) απλώνατε απλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they άπλωναν, απλώναν(ε) απλώνονταν, απλωνόντανε, απλωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I άπλωσα απλώθηκα
εσύ — you άπλωσες απλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άπλωσε απλώθηκε
εμείς — we απλώσαμε απλωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απλώσατε απλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άπλωσαν, απλώσαν(ε) απλώθηκαν, απλωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απλώσει έχω απλωθεί
εσύ — you έχεις απλώσει έχεις απλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απλώσει έχει απλωθεί
εμείς — we έχουμε απλώσει έχουμε απλωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απλώσει έχετε απλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απλώσει έχουν απλωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απλώσει είχα απλωθεί
εσύ — you είχες απλώσει είχες απλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απλώσει είχε απλωθεί
εμείς — we είχαμε απλώσει είχαμε απλωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απλώσει είχατε απλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απλώσει είχαν απλωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απλώνω θα απλώνομαι
εσύ — you θα απλώνεις θα απλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απλώνει θα απλώνεται
εμείς — we θα απλώνουμε, θα απλώνομε θα απλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απλώνετε θα απλώνεστε, θα απλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απλώνουν(ε) θα απλώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απλώσω θα απλωθώ
εσύ — you θα απλώσεις θα απλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απλώσει θα απλωθεί
εμείς — we θα απλώσουμε, θα απλώσομε θα απλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απλώσετε θα απλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απλώσουν θα απλωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απλώσει θα έχω απλωθεί
εσύ — you θα έχεις απλώσει θα έχεις απλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απλώσει θα έχει απλωθεί
εμείς — we θα έχουμε απλώσει θα έχουμε απλωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απλώσει θα έχετε απλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απλώσει θα έχουν απλωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απλώνω να απλώνομαι
εσύ — you να απλώνεις να απλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απλώνει να απλώνεται
εμείς — we να απλώνουμε, να απλώνομε να απλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απλώνετε να απλώνεστε, να απλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απλώνουν(ε) να απλώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απλώσω να απλωθώ
εσύ — you να απλώσεις να απλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απλώσει να απλωθεί
εμείς — we να απλώσουμε, να απλώσομε να απλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να απλώσετε να απλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απλώσουν(ε) να απλωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απλώσει να έχω απλωθεί
εσύ — you να έχεις απλώσει να έχεις απλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απλώσει να έχει απλωθεί
εμείς — we να έχουμε απλώσει να έχουμε απλωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απλώσει να έχετε απλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απλώσει να έχουν απλωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous άπλωνε απλώνετε να απλώνεσαι (να-construction) απλώνεστε
Simple άπλωσε απλώστε απλώσου απλωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • απλώνοντας — spreading; έχοντας απλώσει — having spread.
  • απλωμένος, απλωμένη, απλωμένο — spread out / stretched out. The participle agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Direct plural imperative: απλώστε. Απλώσετε is used with θα, να or μην. Negative commands: μην απλώνεις / μην απλώσεις.

Άπλωσε τα ρούχα στο μπαλκόνι.

Hang the washing out on the balcony.

Η πόλη έχει απλωθεί προς τη θάλασσα.

The city has expanded towards the sea.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aplono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /aplono/