Modern Greek verb conjugation
ανανεώνω · to renew; to refresh
Passive: ανανεώνομαι.
Ανανέωσα τη συνδρομή μου. — I renewed my subscription.
Perfect versus state: έχω ανανεώσει / έχω ανανεωθεί are the compound perfect forms. Νιώθω ανανεωμένος/ανανεωμένη means I feel refreshed. It describes a state rather than giving a second conjugation of the perfect.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανανεώνω | ανανεώνομαι |
| εσύ · you | ανανεώνεις | ανανεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανανεώνει | ανανεώνεται |
| εμείς · we | ανανεώνουμε, ανανεώνομε | ανανεωνόμαστε |
| εσείς · you | ανανεώνετε | ανανεώνεστε, ανανεωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανανεώνουν(ε) | ανανεώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανανέωνα | ανανεωνόμουν(α) |
| εσύ · you | ανανέωνες | ανανεωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανανέωνε | ανανεωνόταν(ε) |
| εμείς · we | ανανεώναμε | ανανεωνόμαστε, ανανεωνόμασταν |
| εσείς · you | ανανεώνατε | ανανεωνόσαστε, ανανεωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανανέωναν, ανανεώναν(ε) | ανανεώνονταν, ανανεωνόντανε, ανανεωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανανέωσα | ανανεώθηκα |
| εσύ · you | ανανέωσες | ανανεώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανανέωσε | ανανεώθηκε |
| εμείς · we | ανανεώσαμε | ανανεωθήκαμε |
| εσείς · you | ανανεώσατε | ανανεωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανανέωσαν, ανανεώσαν(ε) | ανανεώθηκαν, ανανεωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ανανεώσει | έχω ανανεωθεί |
| εσύ · you | έχεις ανανεώσει | έχεις ανανεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανανεώσει | έχει ανανεωθεί |
| εμείς · we | έχουμε ανανεώσει | έχουμε ανανεωθεί |
| εσείς · you | έχετε ανανεώσει | έχετε ανανεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανανεώσει | έχουν ανανεωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ανανεώσει | είχα ανανεωθεί |
| εσύ · you | είχες ανανεώσει | είχες ανανεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανανεώσει | είχε ανανεωθεί |
| εμείς · we | είχαμε ανανεώσει | είχαμε ανανεωθεί |
| εσείς · you | είχατε ανανεώσει | είχατε ανανεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανανεώσει | είχαν ανανεωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανανεώνω | θα ανανεώνομαι |
| εσύ · you | θα ανανεώνεις | θα ανανεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανανεώνει | θα ανανεώνεται |
| εμείς · we | θα ανανεώνουμε, θα ανανεώνομε | θα ανανεωνόμαστε |
| εσείς · you | θα ανανεώνετε | θα ανανεώνεστε, θα ανανεωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανανεώνουν(ε) | θα ανανεώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανανεώσω | θα ανανεωθώ |
| εσύ · you | θα ανανεώσεις | θα ανανεωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανανεώσει | θα ανανεωθεί |
| εμείς · we | θα ανανεώσουμε, θα ανανεώσομε | θα ανανεωθούμε |
| εσείς · you | θα ανανεώσετε | θα ανανεωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανανεώσουν | θα ανανεωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανανεώσει | θα έχω ανανεωθεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανανεώσει | θα έχεις ανανεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανανεώσει | θα έχει ανανεωθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανανεώσει | θα έχουμε ανανεωθεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανανεώσει | θα έχετε ανανεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανανεώσει | θα έχουν ανανεωθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανανεώνω | να ανανεώνομαι |
| εσύ · you | να ανανεώνεις | να ανανεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανανεώνει | να ανανεώνεται |
| εμείς · we | να ανανεώνουμε, να ανανεώνομε | να ανανεωνόμαστε |
| εσείς · you | να ανανεώνετε | να ανανεώνεστε, να ανανεωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανανεώνουν(ε) | να ανανεώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανανεώσω | να ανανεωθώ |
| εσύ · you | να ανανεώσεις | να ανανεωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανανεώσει | να ανανεωθεί |
| εμείς · we | να ανανεώσουμε, να ανανεώσομε | να ανανεωθούμε |
| εσείς · you | να ανανεώσετε | να ανανεωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανανεώσουν(ε) | να ανανεωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανανεώσει | να έχω ανανεωθεί |
| εσύ · you | να έχεις ανανεώσει | να έχεις ανανεωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανανεώσει | να έχει ανανεωθεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανανεώσει | να έχουμε ανανεωθεί |
| εσείς · you | να έχετε ανανεώσει | να έχετε ανανεωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανανεώσει | να έχουν ανανεωθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανανέωνε / ανανεώνετε.
Simple active: ανανέωσε / ανανεώστε.
Simple passive: ανανεώσου / ανανεωθείτε; use depends on the meaning and context.
Ανανεώστε τη συνδρομή σας. — Renew your subscription.
Ανανεώσετε follows να/θα; the affirmative plural command is ανανεώστε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανανεώνοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας ανανεώσει / έχοντας ανανεωθεί.
Passive participle: ανανεωμένος, ανανεωμένη, ανανεωμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: ανανεώσει / ανανεωθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/ananeono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.