αναμειγνύω (anameignuo) — to mix, blend

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναμειγνύω · to mix; to blend

Passive/middle: αναμειγνύομαι.

Αναμειγνύουμε τα δύο χρώματα. — We mix the two colours.

Meaning: The passive/middle can also mean to become involved in a matter. Αναμεμειγμένος στην υπόθεση means involved in the affair; it is not a freely interchangeable perfect-tense form for every context.

Forms: The imperfect is αναμείγνυα. Past alternatives ανέμειξα / ανάμειξα are used. Passive -χθ- and -χτ- forms both occur: αναμειχθεί / αναμειχτεί.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναμειγνύωαναμειγνύομαι
εσύ · youαναμειγνύειςαναμειγνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναμειγνύειαναμειγνύεται
εμείς · weαναμειγνύουμε, αναμειγνύομεαναμειγνυόμαστε
εσείς · youαναμειγνύετεαναμειγνύεστε, αναμειγνυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναμειγνύουν(ε)αναμειγνύονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναμείγνυααναμειγνυόμουν(α)
εσύ · youαναμείγνυεςαναμειγνυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναμείγνυεαναμειγνυόταν(ε)
εμείς · weαναμειγνύαμεαναμειγνυόμαστε, αναμειγνυόμασταν
εσείς · youαναμειγνύατεαναμειγνυόσαστε, αναμειγνυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναμείγνυαν, αναμειγνύαν(ε)αναμειγνύονταν, αναμειγνυόντανε, αναμειγνυόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέμειξα, ανάμειξααναμείχθηκα, αναμείχτηκα
εσύ · youανέμειξες, ανάμειξεςαναμείχθηκες, αναμείχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέμειξε, ανάμειξεαναμείχθηκε, αναμείχτηκε
εμείς · weαναμείξαμεαναμειχθήκαμε, αναμειχτήκαμε
εσείς · youαναμείξατεαναμειχθήκατε, αναμειχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέμειξαν, ανάμειξαν, αναμείξαν(ε)αναμείχθηκαν, αναμειχθήκαν(ε)
αναμείχτηκαν, αναμειχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναμείξειέχω αναμειχθεί
εσύ · youέχεις αναμείξειέχεις αναμειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναμείξειέχει αναμειχθεί
εμείς · weέχουμε αναμείξειέχουμε αναμειχθεί
εσείς · youέχετε αναμείξειέχετε αναμειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναμείξειέχουν αναμειχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναμείξειείχα αναμειχθεί
εσύ · youείχες αναμείξειείχες αναμειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναμείξειείχε αναμειχθεί
εμείς · weείχαμε αναμείξειείχαμε αναμειχθεί
εσείς · youείχατε αναμείξειείχατε αναμειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναμείξειείχαν αναμειχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναμειγνύωθα αναμειγνύομαι
εσύ · youθα αναμειγνύειςθα αναμειγνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναμειγνύειθα αναμειγνύεται
εμείς · weθα αναμειγνύουμε, θα αναμειγνύομεθα αναμειγνυόμαστε
εσείς · youθα αναμειγνύετεθα αναμειγνύεστε, θα αναμειγνυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναμειγνύουν(ε)θα αναμειγνύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναμείξωθα αναμειχθώ
εσύ · youθα αναμείξειςθα αναμειχθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναμείξειθα αναμειχθεί
εμείς · weθα αναμείξουμε, θα αναμείξομεθα αναμειχθούμε
εσείς · youθα αναμείξετεθα αναμειχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναμείξουν(ε)θα αναμειχθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναμείξειθα έχω αναμειχθεί
εσύ · youθα έχεις αναμείξειθα έχεις αναμειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναμείξειθα έχει αναμειχθεί
εμείς · weθα έχουμε αναμείξειθα έχουμε αναμειχθεί
εσείς · youθα έχετε αναμείξειθα έχετε αναμειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναμείξειθα έχουν αναμειχθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναμειγνύωνα αναμειγνύομαι
εσύ · youνα αναμειγνύειςνα αναμειγνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναμειγνύεινα αναμειγνύεται
εμείς · weνα αναμειγνύουμε, να αναμειγνύομενα αναμειγνυόμαστε
εσείς · youνα αναμειγνύετενα αναμειγνύεστε, να αναμειγνυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναμειγνύουν(ε)να αναμειγνύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναμείξωνα αναμειχθώ
εσύ · youνα αναμείξειςνα αναμειχθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναμείξεινα αναμειχθεί
εμείς · weνα αναμείξουμε, να αναμείξομενα αναμειχθούμε
εσείς · youνα αναμείξετενα αναμειχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναμείξουν(ε)να αναμειχθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναμείξεινα έχω αναμειχθεί
εσύ · youνα έχεις αναμείξεινα έχεις αναμειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναμείξεινα έχει αναμειχθεί
εμείς · weνα έχουμε αναμείξεινα έχουμε αναμειχθεί
εσείς · youνα έχετε αναμείξεινα έχετε αναμειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναμείξεινα έχουν αναμειχθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: αναμείγνυε / αναμειγνύετε.

Simple active: ανάμειξε / αναμείξτε.

Simple passive: αναμείξου / αναμειχθείτε; use depends on the meaning and context.

Αναμείξτε τα υλικά. — Mix the ingredients.

Αναμείξετε belongs after να/θα; the affirmative plural command is αναμείξτε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αναμειγνύοντας; αναμειγνυόμενος, αναμειγνυόμενη, αναμειγνυόμενο.

Perfect participial constructions: έχοντας αναμείξει / έχοντας αναμειχθεί.

Passive participle: αναμειγμένος, αναμειγμένη, αναμειγμένο; also αναμεμειγμένος, αναμεμειγμένη, αναμεμειγμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: αναμείξει / αναμειχθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anameignuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anameignuo/