αναλαμβάνω (analambano) — to undertake, take on

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναλαμβάνω · to undertake; to take on; to take over

Passive: αναλαμβάνομαι.

Ανέλαβα την ευθύνη. — I took responsibility.

Perfect versus participle: έχω αναλάβει / έχω αναληφθεί are the compound perfect forms. Ανειλημμένος is a learned participle, useful in ανειλημμένες υποχρεώσεις (prior commitments); it is not an everyday alternative perfect for every person.

Formal aorist alternatives: ανελήφθη / ανελήφθησαν are formal third-person forms, alongside αναλήφθηκε / αναλήφθηκαν.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναλαμβάνωαναλαμβάνομαι
εσύ · youαναλαμβάνειςαναλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναλαμβάνειαναλαμβάνεται
εμείς · weαναλαμβάνουμε, αναλαμβάνομεαναλαμβανόμαστε
εσείς · youαναλαμβάνετεαναλαμβάνεστε, αναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναλαμβάνουν(ε)αναλαμβάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναλάμβανααναλαμβανόμουν(α)
εσύ · youαναλάμβανεςαναλαμβανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναλάμβανεαναλαμβανόταν(ε)
εμείς · weαναλαμβάναμεαναλαμβανόμαστε
εσείς · youαναλαμβάνατεαναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναλάμβαναν, αναλαμβάναν(ε)αναλαμβάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέλαβα, ανάλαβααναλήφθηκα
εσύ · youανέλαβες, ανάλαβεςαναλήφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέλαβε, ανάλαβεαναλήφθηκε, ανελήφθη
εμείς · weαναλάβαμεαναληφθήκαμε
εσείς · youαναλάβατεαναληφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέλαβαν,ανάλαβαν, αναλάβαν(ε)αναλήφθηκαν, ανελήφθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναλάβειέχω αναληφθεί
εσύ · youέχεις αναλάβειέχεις αναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναλάβειέχει αναληφθεί
εμείς · weέχουμε αναλάβειέχουμε αναληφθεί
εσείς · youέχετε αναλάβειέχετε αναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναλάβειέχουν αναληφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναλάβειείχα αναληφθεί
εσύ · youείχες αναλάβειείχες αναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναλάβειείχε αναληφθεί
εμείς · weείχαμε αναλάβειείχαμε αναληφθεί
εσείς · youείχατε αναλάβειείχατε αναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναλάβειείχαν αναληφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναλαμβάνωθα αναλαμβάνομαι
εσύ · youθα αναλαμβάνειςθα αναλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναλαμβάνειθα αναλαμβάνεται
εμείς · weθα αναλαμβάνουμε, θα αναλαμβάνομεθα αναλαμβανόμαστε
εσείς · youθα αναλαμβάνετεθα αναλαμβάνεστε, θα αναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναλαμβάνουν(ε)θα αναλαμβάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναλάβωθα αναληφθώ
εσύ · youθα αναλάβειςθα αναληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναλάβειθα αναληφθεί
εμείς · weθα αναλάβουμε, θα αναλάβομεθα αναληφθούμε
εσείς · youθα αναλάβετεθα αναληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναλάβουν(ε)θα αναληφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναλάβειθα έχω αναληφθεί
εσύ · youθα έχεις αναλάβειθα έχεις αναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναλάβειθα έχει αναληφθεί
εμείς · weθα έχουμε αναλάβειθα έχουμε αναληφθεί
εσείς · youθα έχετε αναλάβειθα έχετε αναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναλάβειθα έχουν αναληφθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναλαμβάνωνα αναλαμβάνομαι
εσύ · youνα αναλαμβάνειςνα αναλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναλαμβάνεινα αναλαμβάνεται
εμείς · weνα αναλαμβάνουμε, να αναλαμβάνομενα αναλαμβανόμαστε
εσείς · youνα αναλαμβάνετενα αναλαμβάνεστε, να αναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναλαμβάνουν(ε)να αναλαμβάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναλάβωνα αναληφθώ
εσύ · youνα αναλάβειςνα αναληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναλάβεινα αναληφθεί
εμείς · weνα αναλάβουμε, να αναλάβομενα αναληφθούμε
εσείς · youνα αναλάβετενα αναληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναλάβουν(ε)να αναληφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναλάβεινα έχω αναληφθεί
εσύ · youνα έχεις αναλάβεινα έχεις αναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναλάβεινα έχει αναληφθεί
εμείς · weνα έχουμε αναλάβεινα έχουμε αναληφθεί
εσείς · youνα έχετε αναλάβεινα έχετε αναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναλάβεινα έχουν αναληφθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: αναλάμβανε / αναλαμβάνετε.

Simple active: ανάλαβε / αναλάβετε.

Ανάλαβε την ευθύνη. — Take responsibility.

Command versus past: ανάλαβε is the affirmative command; ανέλαβε is a past indicative form. Passive plural command αναληφθείτε is context-dependent.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participles: αναλαμβάνοντας; formal αναλαμβανόμενος, αναλαμβανόμενη, αναλαμβανόμενο.

Perfect participial constructions: έχοντας αναλάβει / έχοντας αναληφθεί.

Learned participle: ανειλημμένος, ανειλημμένη, ανειλημμένο.

Invariant compound-tense forms: αναλάβει / αναληφθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/analambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /analambano/