επαναλαμβάνω (epanalambano) — to repeat

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επαναλαμβάνω means to repeat something. επαναλαμβάνομαι means to be repeated, recur or repeat oneself.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επαναλαμβάνω επαναλαμβάνομαι
εσύ — you επαναλαμβάνεις επαναλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επαναλαμβάνει επαναλαμβάνεται
εμείς — we επαναλαμβάνουμε, επαναλαμβάνομε επαναλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) επαναλαμβάνετε επαναλαμβάνεστε, επαναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επαναλαμβάνουν(ε) επαναλαμβάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επαναλάμβανα επαναλαμβανόμουν(α)
εσύ — you επαναλάμβανες επαναλαμβανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επαναλάμβανε επαναλαμβανόταν(ε)
εμείς — we επαναλαμβάναμε επαναλαμβανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) επαναλαμβάνατε επαναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επαναλάμβαναν, επαναλαμβάναν(ε) επαναλαμβάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επανέλαβα επαναλήφθηκα
εσύ — you επανέλαβες επαναλήφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επανέλαβε επαναλήφθηκε, επανελήφθη
εμείς — we επαναλάβαμε επαναληφθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επαναλάβατε επαναληφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επανέλαβαν, επαναλάβαν(ε) επαναλήφθηκαν, επανελήφθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω επαναλάβει έχω επαναληφθεί
εσύ — you έχεις επαναλάβει έχεις επαναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επαναλάβει έχει επαναληφθεί
εμείς — we έχουμε επαναλάβει έχουμε επαναληφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επαναλάβει έχετε επαναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επαναλάβει έχουν επαναληφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα επαναλάβει είχα επαναληφθεί
εσύ — you είχες επαναλάβει είχες επαναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επαναλάβει είχε επαναληφθεί
εμείς — we είχαμε επαναλάβει είχαμε επαναληφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επαναλάβει είχατε επαναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επαναλάβει είχαν επαναληφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επαναλαμβάνω θα επαναλαμβάνομαι
εσύ — you θα επαναλαμβάνεις θα επαναλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επαναλαμβάνει θα επαναλαμβάνεται
εμείς — we θα επαναλαμβάνουμε, θα επαναλαμβάνομε θα επαναλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα επαναλαμβάνετε θα επαναλαμβάνεστε, θα επαναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επαναλαμβάνουν(ε) θα επαναλαμβάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επαναλάβω θα επαναληφθώ
εσύ — you θα επαναλάβεις θα επαναληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επαναλάβει θα επαναληφθεί
εμείς — we θα επαναλάβουμε, θα επαναλάβομε θα επαναληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επαναλάβετε θα επαναληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επαναλάβουν(ε) θα επαναληφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω επαναλάβει θα έχω επαναληφθεί
εσύ — you θα έχεις επαναλάβει θα έχεις επαναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επαναλάβει θα έχει επαναληφθεί
εμείς — we θα έχουμε επαναλάβει θα έχουμε επαναληφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επαναλάβει θα έχετε επαναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επαναλάβει θα έχουν επαναληφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επαναλαμβάνω να επαναλαμβάνομαι
εσύ — you να επαναλαμβάνεις να επαναλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επαναλαμβάνει να επαναλαμβάνεται
εμείς — we να επαναλαμβάνουμε, να επαναλαμβάνομε να επαναλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να επαναλαμβάνετε να επαναλαμβάνεστε, να επαναλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επαναλαμβάνουν(ε) να επαναλαμβάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επαναλάβω να επαναληφθώ
εσύ — you να επαναλάβεις να επαναληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επαναλάβει να επαναληφθεί
εμείς — we να επαναλάβουμε, να επαναλάβομε να επαναληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) να επαναλάβετε να επαναληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επαναλάβουν(ε) να επαναληφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω επαναλάβει να έχω επαναληφθεί
εσύ — you να έχεις επαναλάβει να έχεις επαναληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επαναλάβει να έχει επαναληφθεί
εμείς — we να έχουμε επαναλάβει να έχουμε επαναληφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επαναλάβει να έχετε επαναληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επαναλάβει να έχουν επαναληφθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous επαναλάμβανε επαναλαμβάνετε — —
Simple επανάλαβε επαναλάβετε — επαναληφθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The simple command is επανάλαβε; επανέλαβε is a past-tense form.
  • επανειλημμένος, -η, -ο means repeated and is especially common in plural phrases such as επανειλημμένες προσπάθειες. A personal είμαι επανειλημμένος is not the normal equivalent of an action perfect.

Επανάλαβε την ερώτηση, παρακαλώ.

Repeat the question, please.

Το ίδιο λάθος επαναλήφθηκε.

The same mistake was repeated.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επαναλαμβάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epanalambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epanalambano/