καταλαμβάνω (katalambano) — to occupy; to take up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταλαμβάνω — to occupy; to take up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταλαμβάνω καταλαμβάνομαι
εσύ — you καταλαμβάνεις καταλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταλαμβάνει καταλαμβάνεται
εμείς — we καταλαμβάνουμε, καταλαμβάνομε καταλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταλαμβάνετε καταλαμβάνεστε, καταλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταλαμβάνουν(ε) καταλαμβάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταλάμβανα καταλαμβανόμουν(α)
εσύ — you καταλάμβανες καταλαμβανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταλάμβανε καταλαμβανόταν(ε)
εμείς — we καταλαμβάναμε καταλαμβανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταλαμβάνατε καταλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταλάμβαναν, καταλαμβάναν(ε) καταλαμβάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέλαβα καταλήφθηκα
εσύ — you κατέλαβες καταλήφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέλαβε καταλήφθηκε, κατελήφθη
εμείς — we καταλάβαμε καταληφθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταλάβατε καταληφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέλαβαν, καταλάβαν(ε) καταλήφθηκαν, κατελήφθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταλάβει έχω καταληφθεί
εσύ — you έχεις καταλάβει έχεις καταληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταλάβει έχει καταληφθεί
εμείς — we έχουμε καταλάβει έχουμε καταληφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταλάβει έχετε καταληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταλάβει έχουν καταληφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταλάβει είχα καταληφθεί
εσύ — you είχες καταλάβει είχες καταληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταλάβει είχε καταληφθεί
εμείς — we είχαμε καταλάβει είχαμε καταληφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταλάβει είχατε καταληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταλάβει είχαν καταληφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταλαμβάνω θα καταλαμβάνομαι
εσύ — you θα καταλαμβάνεις θα καταλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταλαμβάνει θα καταλαμβάνεται
εμείς — we θα καταλαμβάνουμε, θα καταλαμβάνομε θα καταλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταλαμβάνετε θα καταλαμβάνεστε, θα καταλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταλαμβάνουν(ε) θα καταλαμβάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταλάβω θα καταληφθώ
εσύ — you θα καταλάβεις θα καταληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταλάβει θα καταληφθεί
εμείς — we θα καταλάβουμε, θα καταλάβομε θα καταληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταλάβετε θα καταληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταλάβουν(ε) θα καταληφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταλάβει θα έχω καταληφθεί
εσύ — you θα έχεις καταλάβει θα έχεις καταληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταλάβει θα έχει καταληφθεί
εμείς — we θα έχουμε καταλάβει θα έχουμε καταληφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταλάβει θα έχετε καταληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταλάβει θα έχουν καταληφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταλαμβάνω να καταλαμβάνομαι
εσύ — you να καταλαμβάνεις να καταλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταλαμβάνει να καταλαμβάνεται
εμείς — we να καταλαμβάνουμε, να καταλαμβάνομε να καταλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταλαμβάνετε να καταλαμβάνεστε, να καταλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταλαμβάνουν(ε) να καταλαμβάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταλάβω να καταληφθώ
εσύ — you να καταλάβεις να καταληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταλάβει να καταληφθεί
εμείς — we να καταλάβουμε, να καταλάβομε να καταληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταλάβετε να καταληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταλάβουν(ε) να καταληφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταλάβει να έχω καταληφθεί
εσύ — you να έχεις καταλάβει να έχεις καταληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταλάβει να έχει καταληφθεί
εμείς — we να έχουμε καταλάβει να έχουμε καταληφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταλάβει να έχετε καταληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταλάβει να έχουν καταληφθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous καταλάμβανε καταλαμβάνετε — —
Simple κατάλαβε καταλάβετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταλαμβάνω can mean to occupy or take up space or a position; καταλαμβάνομαι από can mean to be overcome by an emotion. Κατειλημμένος means occupied or busy.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το γραφείο καταλαμβάνει πολύ χώρο.

The desk takes up a lot of space.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταλαμβάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katalambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katalambano/