καταλήγω (kataligo) — to end up; to conclude

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταλήγω — to end up; to conclude.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καταλήγω
εσύ — you καταλήγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταλήγει
εμείς — we καταλήγουμε, καταλήγομε
εσείς — you (plural / polite) καταλήγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταλήγουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κατέληγα
εσύ — you κατέληγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέληγε
εμείς — we καταλήγαμε
εσείς — you (plural / polite) καταλήγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέληγαν, καταλήγαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κατέληξα
εσύ — you κατέληξες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέληξε
εμείς — we καταλήξαμε
εσείς — you (plural / polite) καταλήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέληξαν, καταλήξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω καταλήξει
εσύ — you έχεις καταλήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταλήξει
εμείς — we έχουμε καταλήξει
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταλήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταλήξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα καταλήξει
εσύ — you είχες καταλήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταλήξει
εμείς — we είχαμε καταλήξει
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταλήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταλήξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καταλήγω
εσύ — you θα καταλήγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταλήγει
εμείς — we θα καταλήγουμε, θα καταλήγομε
εσείς — you (plural / polite) θα καταλήγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταλήγουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καταλήξω
εσύ — you θα καταλήξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταλήξει
εμείς — we θα καταλήξουμε, θα καταλήξομε
εσείς — you (plural / polite) θα καταλήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταλήξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω καταλήξει
εσύ — you θα έχεις καταλήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταλήξει
εμείς — we θα έχουμε καταλήξει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταλήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταλήξει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καταλήγω
εσύ — you να καταλήγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταλήγει
εμείς — we να καταλήγουμε, να καταλήγομε
εσείς — you (plural / polite) να καταλήγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταλήγουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καταλήξω
εσύ — you να καταλήξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταλήξει
εμείς — we να καταλήξουμε, να καταλήξομε
εσείς — you (plural / polite) να καταλήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταλήξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω καταλήξει
εσύ — you να έχεις καταλήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταλήξει
εμείς — we να έχουμε καταλήξει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταλήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταλήξει

Imperative · Προστακτική

κατάληγε / καταλήγετε

Simple: κατάληξε (εσύ); καταλήξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταλήγω σε can describe arriving at a conclusion, decision, or destination. The direct command is κατάληξε; κατέληξε is a past-tense form.

Καταλήξαμε σε συμφωνία.

We reached an agreement.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταλήγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kataligo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kataligo/