καταναλώνω (katanalono) — to consume; to use up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταναλώνω — to consume; to use up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταναλώνω καταναλώνομαι
εσύ — you καταναλώνεις καταναλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταναλώνει καταναλώνεται
εμείς — we καταναλώνουμε, καταναλώνομε καταναλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταναλώνετε καταναλώνεστε, καταναλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταναλώνουν(ε) καταναλώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατανάλωνα καταναλωνόμουν(α)
εσύ — you κατανάλωνες καταναλωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατανάλωνε καταναλωνόταν(ε)
εμείς — we καταναλώναμε καταναλωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταναλώνατε καταναλωνόσαστε, καταναλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατανάλωναν, καταναλώναν(ε) καταναλώνονταν, καταναλωνόντανε, καταναλωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατανάλωσα καταναλώθηκα
εσύ — you κατανάλωσες καταναλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατανάλωσε καταναλώθηκε
εμείς — we καταναλώσαμε καταναλωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταναλώσατε καταναλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατανάλωσαν, καταναλώσαν(ε) καταναλώθηκαν, καταναλωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταναλώσει έχω καταναλωθεί
εσύ — you έχεις καταναλώσει έχεις καταναλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταναλώσει έχει καταναλωθεί
εμείς — we έχουμε καταναλώσει έχουμε καταναλωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταναλώσει έχετε καταναλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταναλώσει έχουν καταναλωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταναλώσει είχα καταναλωθεί
εσύ — you είχες καταναλώσει είχες καταναλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταναλώσει είχε καταναλωθεί
εμείς — we είχαμε καταναλώσει είχαμε καταναλωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταναλώσει είχατε καταναλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταναλώσει είχαν καταναλωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταναλώνω θα καταναλώνομαι
εσύ — you θα καταναλώνεις θα καταναλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταναλώνει θα καταναλώνεται
εμείς — we θα καταναλώνουμε, θα καταναλώνομε θα καταναλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταναλώνετε θα καταναλώνεστε, θα καταναλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταναλώνουν(ε) θα καταναλώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταναλώσω θα καταναλωθώ
εσύ — you θα καταναλώσεις θα καταναλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταναλώσει θα καταναλωθεί
εμείς — we θα καταναλώσουμε, θα καταναλώσομε θα καταναλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταναλώσετε θα καταναλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταναλώσουν θα καταναλωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταναλώσει θα έχω καταναλωθεί
εσύ — you θα έχεις καταναλώσει θα έχεις καταναλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταναλώσει θα έχει καταναλωθεί
εμείς — we θα έχουμε καταναλώσει θα έχουμε καταναλωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταναλώσει θα έχετε καταναλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταναλώσει θα έχουν καταναλωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταναλώνω να καταναλώνομαι
εσύ — you να καταναλώνεις να καταναλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταναλώνει να καταναλώνεται
εμείς — we να καταναλώνουμε, να καταναλώνομε να καταναλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταναλώνετε να καταναλώνεστε, να καταναλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταναλώνουν(ε) να καταναλώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταναλώσω να καταναλωθώ
εσύ — you να καταναλώσεις να καταναλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταναλώσει να καταναλωθεί
εμείς — we να καταναλώσουμε, να καταναλώσομε να καταναλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταναλώσετε να καταναλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταναλώσουν(ε) να καταναλωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταναλώσει να έχω καταναλωθεί
εσύ — you να έχεις καταναλώσει να έχεις καταναλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταναλώσει να έχει καταναλωθεί
εμείς — we να έχουμε καταναλώσει να έχουμε καταναλωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταναλώσει να έχετε καταναλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταναλώσει να έχουν καταναλωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατανάλωνε καταναλώνετε — —
Simple κατανάλωσε καταναλώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταναλώνω is used for consuming food, energy, resources, or time. The learned variant καταναλίσκω has a different present stem and is not mixed into these tables.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η συσκευή καταναλώνει λίγο ρεύμα.

The appliance uses little electricity.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταναλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katanalono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katanalono/