καταπλήττω — to amaze; to astonish

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταπλήττω — to amaze; to astonish.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταπλήττω καταπλήττομαι
εσύ — you καταπλήττεις καταπλήττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταπλήττει καταπλήττεται
εμείς — we καταπλήττουμε, καταπλήττομε καταπληττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταπλήττετε καταπλήττεστε, καταπληττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταπλήττουν(ε) καταπλήττονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέπληττα —
εσύ — you κατέπληττες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέπληττε καταπλήττετο
εμείς — we καταπλήτταμε —
εσείς — you (plural / polite) καταπλήττατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέπλητταν, καταπλήτταν(ε) καταπλήττονταν, καταπλήττοντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέπληξα —
εσύ — you κατέπληξες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέπληξε κατεπλάγη
εμείς — we καταπλήξαμε —
εσείς — you (plural / polite) καταπλήξατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέπληξαν, καταπλήξαν(ε) κατεπλάγησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταπλήξει έχω καταπλαγεί
εσύ — you έχεις καταπλήξει έχεις καταπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταπλήξει έχει καταπλαγεί
εμείς — we έχουμε καταπλήξει έχουμε καταπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταπλήξει έχετε καταπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταπλήξει έχουν καταπλαγεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταπλήξει είχα καταπλαγεί
εσύ — you είχες καταπλήξει είχες καταπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταπλήξει είχε καταπλαγεί
εμείς — we είχαμε καταπλήξει είχαμε καταπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταπλήξει είχατε καταπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταπλήξει είχαν καταπλαγεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταπλήττω θα καταπλήττομαι
εσύ — you θα καταπλήττεις θα καταπλήττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταπλήττει θα καταπλήττεται
εμείς — we θα καταπλήττουμε, θα καταπλήττομε θα καταπληττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταπλήττετε θα καταπλήττεστε, θα καταπληττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταπλήττουν(ε) θα καταπλήττονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταπλήξω θα καταπλαγώ
εσύ — you θα καταπλήξεις θα καταπλαγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταπλήξει θα καταπλαγεί
εμείς — we θα καταπλήξουμε, θα καταπλήξομε θα καταπλαγούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταπλήξετε θα καταπλαγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταπλήξουν(ε) θα καταπλαγούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταπλήξει θα έχω καταπλαγεί
εσύ — you θα έχεις καταπλήξει θα έχεις καταπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταπλήξει θα έχει καταπλαγεί
εμείς — we θα έχουμε καταπλήξει θα έχουμε καταπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταπλήξει θα έχετε καταπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταπλήξει θα έχουν καταπλαγεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταπλήττω να καταπλήττομαι
εσύ — you να καταπλήττεις να καταπλήττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταπλήττει να καταπλήττεται
εμείς — we να καταπλήττουμε, να καταπλήττομε να καταπληττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταπλήττετε να καταπλήττεστε, να καταπληττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταπλήττουν(ε) να καταπλήττονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταπλήξω να καταπλαγώ
εσύ — you να καταπλήξεις να καταπλαγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταπλήξει να καταπλαγεί
εμείς — we να καταπλήξουμε, να καταπλήξομε να καταπλαγούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταπλήξετε να καταπλαγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταπλήξουν(ε) να καταπλαγούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταπλήξει να έχω καταπλαγεί
εσύ — you να έχεις καταπλήξει να έχεις καταπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταπλήξει να έχει καταπλαγεί
εμείς — we να έχουμε καταπλήξει να έχουμε καταπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταπλήξει να έχετε καταπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταπλήξει να έχουν καταπλαγεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατάπληττε καταπλήττετε — —
Simple κατάπληξε καταπλήξτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταπλήττω and καταπλήσσω are variants; these tables consistently use the ττ present stem. The passive perfective stem is καταπλαγ-, not καταπληγ-. The learned passive past is shown in the third person (κατεπλάγη / κατεπλάγησαν); ordinary descriptions often use έμεινα κατάπληκτος / κατάπληκτη.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η επίδοσή της μας κατέπληξε.

Her performance amazed us.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταπλήττω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kataplitto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kataplitto/