εκπλήττω (ekplitto) — to surprise

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκπλήττω means to surprise or astonish. εκπλήσσω is a common variant with -σσ- present-stem endings; this table follows -ττ-. The passive means to be surprised.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εκπλήττω εκπλήττομαι
εσύ — you εκπλήττεις εκπλήττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκπλήττει εκπλήττεται
εμείς — we εκπλήττουμε, εκπλήττομε εκπληττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εκπλήττετε εκπλήττεστε, εκπληττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκπλήττουν(ε) εκπλήττονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξέπληττα εκπληττόμουν
εσύ — you εξέπληττες εκπληττόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέπληττε εκπληττόταν, εκπλήττετο
εμείς — we εκπλήτταμε εκπληττόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εκπλήττατε εκπληττόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέπλητταν, εκπλήτταν(ε) εκπλήττονταν, εκπλήττοντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξέπληξα εκπλάγηκα
εσύ — you εξέπληξες εκπλάγηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέπληξε εκπλάγηκε, εξεπλάγη
εμείς — we εκπλήξαμε εκπλαγήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εκπλήξατε εκπλαγήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέπληξαν, εκπλήξαν(ε) εκπλάγηκαν, εκπλαγήκαν(ε), εξεπλάγησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εκπλήξει έχω εκπλαγεί
εσύ — you έχεις εκπλήξει έχεις εκπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκπλήξει έχει εκπλαγεί
εμείς — we έχουμε εκπλήξει έχουμε εκπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκπλήξει έχετε εκπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκπλήξει έχουν εκπλαγεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εκπλήξει είχα εκπλαγεί
εσύ — you είχες εκπλήξει είχες εκπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκπλήξει είχε εκπλαγεί
εμείς — we είχαμε εκπλήξει είχαμε εκπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκπλήξει είχατε εκπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκπλήξει είχαν εκπλαγεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκπλήττω θα εκπλήττομαι
εσύ — you θα εκπλήττεις θα εκπλήττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκπλήττει θα εκπλήττεται
εμείς — we θα εκπλήττουμε, θα εκπλήττομε θα εκπληττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εκπλήττετε θα εκπλήττεστε, θα εκπληττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκπλήττουν(ε) θα εκπλήττονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εκπλήξω θα εκπλαγώ
εσύ — you θα εκπλήξεις θα εκπλαγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκπλήξει θα εκπλαγεί
εμείς — we θα εκπλήξουμε, θα εκπλήξομε θα εκπλαγούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εκπλήξετε θα εκπλαγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκπλήξουν(ε) θα εκπλαγούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εκπλήξει θα έχω εκπλαγεί
εσύ — you θα έχεις εκπλήξει θα έχεις εκπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκπλήξει θα έχει εκπλαγεί
εμείς — we θα έχουμε εκπλήξει θα έχουμε εκπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκπλήξει θα έχετε εκπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκπλήξει θα έχουν εκπλαγεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκπλήττω να εκπλήττομαι
εσύ — you να εκπλήττεις να εκπλήττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκπλήττει να εκπλήττεται
εμείς — we να εκπλήττουμε, να εκπλήττομε να εκπληττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εκπλήττετε να εκπλήττεστε, να εκπληττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκπλήττουν(ε) να εκπλήττονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εκπλήξω να εκπλαγώ
εσύ — you να εκπλήξεις να εκπλαγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκπλήξει να εκπλαγεί
εμείς — we να εκπλήξουμε, να εκπλήξομε να εκπλαγούμε
εσείς — you (plural / polite) να εκπλήξετε να εκπλαγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκπλήξουν(ε) να εκπλαγούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εκπλήξει να έχω εκπλαγεί
εσύ — you να έχεις εκπλήξει να έχεις εκπλαγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκπλήξει να έχει εκπλαγεί
εμείς — we να έχουμε εκπλήξει να έχουμε εκπλαγεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκπλήξει να έχετε εκπλαγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκπλήξει να έχουν εκπλαγεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έκπληττε εκπλήττετε — —
Simple έκπληξε εκπλήξτε — εκπλαγείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The standard passive perfective series used here is εκπλάγηκα / θα εκπλαγώ / έχω εκπλαγεί. The learned forms εξεπλάγην and especially εξεπλάγη / εξεπλάγησαν are also encountered.
  • For the -σσ- variant use εκπλήσσω, εκπλήσσεις, εκπλήσσει and εκπλήσσομαι, εκπλήσσεσαι, εκπλήσσεται.
  • έκπληκτος, -η, -ο is the usual adjective “surprised / astonished”: είμαι έκπληκτος. It is not a perfect-tense form.

Η είδηση μας εξέπληξε.

The news surprised us.

Έχω εκπλαγεί από την πρόοδό σου.

I have been surprised by your progress.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκπλήττω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ekplitto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ekplitto/