εξαφανίζω (eksafanizo) — to make disappear; εξαφανίζομαι — to disappear

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξαφανίζω means to make something disappear, remove it from sight or eliminate it. εξαφανίζομαι is the usual middle form meaning to disappear.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαφανίζω εξαφανίζομαι
εσύ — you εξαφανίζεις εξαφανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαφανίζει εξαφανίζεται
εμείς — we εξαφανίζουμε, εξαφανίζομε εξαφανιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξαφανίζετε εξαφανίζεστε, εξαφανιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαφανίζουν(ε) εξαφανίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαφάνιζα εξαφανιζόμουν(α)
εσύ — you εξαφάνιζες εξαφανιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαφάνιζε εξαφανιζόταν(ε)
εμείς — we εξαφανίζαμε εξαφανιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξαφανίζατε εξαφανιζόσαστε, εξαφανιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαφάνιζαν, εξαφανίζαν(ε) εξαφανίζονταν, εξαφανιζόντανε, εξαφανιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαφάνισα εξαφανίστηκα
εσύ — you εξαφάνισες εξαφανίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαφάνισε εξαφανίστηκε
εμείς — we εξαφανίσαμε εξαφανιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξαφανίσατε εξαφανιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαφάνισαν, εξαφανίσαν(ε) εξαφανίστηκαν, εξαφανιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξαφανίσει έχω εξαφανιστεί
εσύ — you έχεις εξαφανίσει έχεις εξαφανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξαφανίσει έχει εξαφανιστεί
εμείς — we έχουμε εξαφανίσει έχουμε εξαφανιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξαφανίσει έχετε εξαφανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξαφανίσει έχουν εξαφανιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξαφανίσει είχα εξαφανιστεί
εσύ — you είχες εξαφανίσει είχες εξαφανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξαφανίσει είχε εξαφανιστεί
εμείς — we είχαμε εξαφανίσει είχαμε εξαφανιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξαφανίσει είχατε εξαφανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξαφανίσει είχαν εξαφανιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαφανίζω θα εξαφανίζομαι
εσύ — you θα εξαφανίζεις θα εξαφανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαφανίζει θα εξαφανίζεται
εμείς — we θα εξαφανίζουμε, θα εξαφανίζομε θα εξαφανιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαφανίζετε θα εξαφανίζεστε, θα εξαφανιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαφανίζουν(ε) θα εξαφανίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαφανίσω θα εξαφανιστώ
εσύ — you θα εξαφανίσεις θα εξαφανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαφανίσει θα εξαφανιστεί
εμείς — we θα εξαφανίσουμε, θα εξαφανίσομε θα εξαφανιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαφανίσετε θα εξαφανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαφανίσουν(ε) θα εξαφανιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξαφανίσει θα έχω εξαφανιστεί
εσύ — you θα έχεις εξαφανίσει θα έχεις εξαφανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξαφανίσει θα έχει εξαφανιστεί
εμείς — we θα έχουμε εξαφανίσει θα έχουμε εξαφανιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξαφανίσει θα έχετε εξαφανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξαφανίσει θα έχουν εξαφανιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαφανίζω να εξαφανίζομαι
εσύ — you να εξαφανίζεις να εξαφανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαφανίζει να εξαφανίζεται
εμείς — we να εξαφανίζουμε, να εξαφανίζομε να εξαφανιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξαφανίζετε να εξαφανίζεστε, να εξαφανιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαφανίζουν(ε) να εξαφανίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαφανίσω να εξαφανιστώ
εσύ — you να εξαφανίσεις να εξαφανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαφανίσει να εξαφανιστεί
εμείς — we να εξαφανίσουμε, να εξαφανίσομε να εξαφανιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξαφανίσετε να εξαφανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαφανίσουν(ε) να εξαφανιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξαφανίσει να έχω εξαφανιστεί
εσύ — you να έχεις εξαφανίσει να έχεις εξαφανιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξαφανίσει να έχει εξαφανιστεί
εμείς — we να έχουμε εξαφανίσει να έχουμε εξαφανιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξαφανίσει να έχετε εξαφανιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξαφανίσει να έχουν εξαφανιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξαφάνιζε εξαφανίζετε — εξαφανίζεστε
Simple εξαφάνισε εξαφανίστε εξαφανίσου εξαφανιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξαφανισμένος, -η, -ο describes someone missing or something absent. The command εξαφανίσου can mean “get lost / go away” and may sound abrupt.

Το πλοίο εξαφανίστηκε στον ορίζοντα.

The ship disappeared on the horizon.

Η βροχή εξαφάνισε τα ίχνη.

The rain erased the traces.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξαφανίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksafanizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksafanizo/