εκπίπτω (ekpipto) — to fall from; be deducted

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκπίπτω is formal: it can mean to lose a position or status, or to be deductible, especially in tax and accounting contexts. πέφτω is a separate everyday verb, not a free alternative in this paradigm.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκπίπτω
εσύ — you εκπίπτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκπίπτει
εμείς — we εκπίπτουμε, εκπίπτομε
εσείς — you (plural / polite) εκπίπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκπίπτουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εξέπιπτα
εσύ — you εξέπιπτες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέπιπτε
εμείς — we εκπίπταμε
εσείς — you (plural / polite) εκπίπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέπιπταν, εκπίπταν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εξέπεσα
εσύ — you εξέπεσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέπεσε
εμείς — we εκπέσαμε
εσείς — you (plural / polite) εκπέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέπεσαν, εκπέσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω εκπέσει
εσύ — you έχεις εκπέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκπέσει
εμείς — we έχουμε εκπέσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκπέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκπέσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα εκπέσει
εσύ — you είχες εκπέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκπέσει
εμείς — we είχαμε εκπέσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκπέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκπέσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εκπίπτω
εσύ — you θα εκπίπτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκπίπτει
εμείς — we θα εκπίπτουμε, θα εκπίπτομε
εσείς — you (plural / polite) θα εκπίπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκπίπτουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εκπέσω
εσύ — you θα εκπέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκπέσει
εμείς — we θα εκπέσουμε, θα εκπέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα εκπέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκπέσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω εκπέσει
εσύ — you θα έχεις εκπέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκπέσει
εμείς — we θα έχουμε εκπέσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκπέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκπέσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εκπίπτω
εσύ — you να εκπίπτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκπίπτει
εμείς — we να εκπίπτουμε, να εκπίπτομε
εσείς — you (plural / polite) να εκπίπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκπίπτουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εκπέσω
εσύ — you να εκπέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκπέσει
εμείς — we να εκπέσουμε, να εκπέσομε
εσείς — you (plural / polite) να εκπέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκπέσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω εκπέσει
εσύ — you να έχεις εκπέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκπέσει
εμείς — we να έχουμε εκπέσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκπέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκπέσει

Imperative · Προστακτική

These commands are grammatically possible but uncommon for this formal verb. For ongoing action, να εκπίπτεις / να εκπίπτετε can be used.

Simple: έκπεσε (εσύ); εκπέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfect is έχω εκπέσει. In the deductible sense, the active form translates naturally as an English passive: η δαπάνη εκπίπτει, “the expense is deductible”.
  • There is no separate ordinary passive paradigm here. εκπίπτοντας is the adverbial participle.

Η δαπάνη εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα.

The expense is deductible from taxable income.

Εξέπεσε από το αξίωμά του.

He lost his office.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκπίπτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ekpipto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ekpipto/