Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πλήττω means to strike or affect adversely, in learned usage. The passive means to be struck or affected.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
πλήττω |
πλήττομαι |
| εσύ — you |
πλήττεις |
πλήττεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
πλήττει |
πλήττεται |
| εμείς — we |
πλήττουμε, πλήττομε |
πληττόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
πλήττετε |
πλήττεστε, πληττόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
πλήττουν(ε) |
πλήττονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έπληττα |
— |
| εσύ — you |
έπληττες |
— |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έπληττε |
πληττόταν, επλήττετο |
| εμείς — we |
πλήτταμε |
— |
| εσείς — you (plural / polite) |
πλήττατε |
— |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έπλητταν, πλήτταν(ε) |
πλήττονταν, επλήττοντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έπληξα |
πλήγηκα |
| εσύ — you |
έπληξες |
πλήγηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έπληξε |
πλήγηκε, επλήγη |
| εμείς — we |
πλήξαμε |
πληγήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
πλήξατε |
πληγήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έπληξαν, πλήξαν(ε) |
πλήγηκαν, πληγήκανε, επλήγησαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έχω πλήξει |
έχω πληγεί |
| εσύ — you |
έχεις πλήξει |
έχεις πληγεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει πλήξει |
έχει πληγεί |
| εμείς — we |
έχουμε πλήξει |
έχουμε πληγεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε πλήξει |
έχετε πληγεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν πλήξει |
έχουν πληγεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
είχα πλήξει |
είχα πληγεί |
| εσύ — you |
είχες πλήξει |
είχες πληγεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε πλήξει |
είχε πληγεί |
| εμείς — we |
είχαμε πλήξει |
είχαμε πληγεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε πλήξει |
είχατε πληγεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν πλήξει |
είχαν πληγεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα πλήττω |
θα πλήττομαι |
| εσύ — you |
θα πλήττεις |
θα πλήττεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα πλήττει |
θα πλήττεται |
| εμείς — we |
θα πλήττουμε, θα πλήττομε |
θα πληττόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα πλήττετε |
θα πλήττεστε, θα πληττόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα πλήττουν(ε) |
θα πλήττονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα πλήξω |
θα πληγώ |
| εσύ — you |
θα πλήξεις |
θα πληγείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα πλήξει |
θα πληγεί |
| εμείς — we |
θα πλήξουμε, θα πλήξομε |
θα πληγούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα πλήξετε |
θα πληγείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα πλήξουν(ε) |
θα πληγούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα έχω πλήξει |
θα έχω πληγεί |
| εσύ — you |
θα έχεις πλήξει |
θα έχεις πληγεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει πλήξει |
θα έχει πληγεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε πλήξει |
θα έχουμε πληγεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε πλήξει |
θα έχετε πληγεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν πλήξει |
θα έχουν πληγεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να πλήττω |
να πλήττομαι |
| εσύ — you |
να πλήττεις |
να πλήττεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να πλήττει |
να πλήττεται |
| εμείς — we |
να πλήττουμε, να πλήττομε |
να πληττόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να πλήττετε |
να πλήττεστε, να πληττόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να πλήττουν(ε) |
να πλήττονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να πλήξω |
να πληγώ |
| εσύ — you |
να πλήξεις |
να πληγείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να πλήξει |
να πληγεί |
| εμείς — we |
να πλήξουμε, να πλήξομε |
να πληγούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να πλήξετε |
να πληγείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να πλήξουν(ε) |
να πληγούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να έχω πλήξει |
να έχω πληγεί |
| εσύ — you |
να έχεις πλήξει |
να έχεις πληγεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει πλήξει |
να έχει πληγεί |
| εμείς — we |
να έχουμε πλήξει |
να έχουμε πληγεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε πλήξει |
να έχετε πληγεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν πλήξει |
να έχουν πληγεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: πλήξε (εσύ); πλήξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- For “strike/affect”, the perfective is έπληξα / πλήξω / πλήξει; passive πλήγηκα / πληγώ / πληγεί. επλήγη / επλήγησαν are learned third-person alternatives.
- The separate meaning “be bored” normally uses the present stem: πλήττω, έπληττα. Do not carry the strike paradigm into that meaning.
- Passive imperfect usage is often third-person; uncommon personal imperfect cells are left blank.
Η κρίση έπληξε την οικονομία.
The crisis hit the economy.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πλήττω.