πνίγω (pnigo) — to drown; to choke; to stifle

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πνίγω means to drown, choke, or stifle something or someone. πνίγομαι means to drown, choke, or feel overwhelmed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πνίγω πνίγομαι
εσύ — you πνίγεις πνίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πνίγει πνίγεται
εμείς — we πνίγουμε, πνίγομε πνιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πνίγετε πνίγεστε, πνιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πνίγουν(ε) πνίγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπνιγα πνιγόμουν(α)
εσύ — you έπνιγες πνιγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπνιγε πνιγόταν(ε)
εμείς — we πνίγαμε πνιγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πνίγατε πνιγόσαστε, πνιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπνιγαν, πνίγαν(ε) πνίγονταν, πνιγόντανε, πνιγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπνιξα πνίγηκα
εσύ — you έπνιξες πνίγηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπνιξε πνίγηκε
εμείς — we πνίξαμε πνιγήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πνίξατε πνιγήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπνιξαν, πνίξαν(ε) πνίγηκαν, πνιγήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πνίξει έχω πνιγεί
εσύ — you έχεις πνίξει έχεις πνιγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πνίξει έχει πνιγεί
εμείς — we έχουμε πνίξει έχουμε πνιγεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πνίξει έχετε πνιγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πνίξει έχουν πνιγεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πνίξει είχα πνιγεί
εσύ — you είχες πνίξει είχες πνιγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πνίξει είχε πνιγεί
εμείς — we είχαμε πνίξει είχαμε πνιγεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πνίξει είχατε πνιγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πνίξει είχαν πνιγεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πνίγω θα πνίγομαι
εσύ — you θα πνίγεις θα πνίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πνίγει θα πνίγεται
εμείς — we θα πνίγουμε, θα πνίγομε θα πνιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πνίγετε θα πνίγεστε, θα πνιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πνίγουν(ε) θα πνίγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πνίξω θα πνιγώ
εσύ — you θα πνίξεις θα πνιγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πνίξει θα πνιγεί
εμείς — we θα πνίξουμε, θα πνίξομε θα πνιγούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πνίξετε θα πνιγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πνίξουν(ε) θα πνιγούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πνίξει θα έχω πνιγεί
εσύ — you θα έχεις πνίξει θα έχεις πνιγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πνίξει θα έχει πνιγεί
εμείς — we θα έχουμε πνίξει θα έχουμε πνιγεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πνίξει θα έχετε πνιγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πνίξει θα έχουν πνιγεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πνίγω να πνίγομαι
εσύ — you να πνίγεις να πνίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πνίγει να πνίγεται
εμείς — we να πνίγουμε, να πνίγομε να πνιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πνίγετε να πνίγεστε, να πνιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πνίγουν(ε) να πνίγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πνίξω να πνιγώ
εσύ — you να πνίξεις να πνιγείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πνίξει να πνιγεί
εμείς — we να πνίξουμε, να πνίξομε να πνιγούμε
εσείς — you (plural / polite) να πνίξετε να πνιγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πνίξουν(ε) να πνιγούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πνίξει να έχω πνιγεί
εσύ — you να έχεις πνίξει να έχεις πνιγεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πνίξει να έχει πνιγεί
εμείς — we να έχουμε πνίξει να έχουμε πνιγεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πνίξει να έχετε πνιγεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πνίξει να έχουν πνιγεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active imperative is πνίξε, not the augmented past form έπνιξε.
  • πνίγομαι στη δουλειά is a figurative expression for being overwhelmed with work.

Πνίγομαι στη δουλειά.

I am swamped with work.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πνίγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pnigo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /pnigo/