Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πολεμάω / πολεμώ means to fight, wage war, or combat something. The passive means to be fought or opposed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πολεμάω, πολεμώ | πολεμιέμαι |
| εσύ — you | πολεμάς | πολεμιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πολεμάει, πολεμά | πολεμιέται |
| εμείς — we | πολεμάμε, πολεμούμε | πολεμιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | πολεμάτε | πολεμιέστε, πολεμιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πολεμάν(ε), πολεμούν(ε) | πολεμιούνται, πολεμιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πολεμούσα, πολέμαγα | πολεμιόμουν(α) |
| εσύ — you | πολεμούσες, πολέμαγες | πολεμιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πολεμούσε, πολέμαγε | πολεμιόταν(ε) |
| εμείς — we | πολεμούσαμε, πολεμάγαμε | πολεμιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | πολεμούσατε, πολεμάγατε | πολεμιόσαστε, πολεμιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πολεμούσαν(ε), πολέμαγαν, πολεμάγανε | πολεμιόνταν(ε), πολεμιούνταν, πολεμιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πολέμησα | πολεμήθηκα |
| εσύ — you | πολέμησες | πολεμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πολέμησε | πολεμήθηκε |
| εμείς — we | πολεμήσαμε | πολεμηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πολεμήσατε | πολεμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πολέμησαν, πολεμήσαν(ε) | πολεμήθηκαν, πολεμηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω πολεμήσει | έχω πολεμηθεί |
| εσύ — you | έχεις πολεμήσει | έχεις πολεμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πολεμήσει | έχει πολεμηθεί |
| εμείς — we | έχουμε πολεμήσει | έχουμε πολεμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πολεμήσει | έχετε πολεμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πολεμήσει | έχουν πολεμηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα πολεμήσει | είχα πολεμηθεί |
| εσύ — you | είχες πολεμήσει | είχες πολεμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πολεμήσει | είχε πολεμηθεί |
| εμείς — we | είχαμε πολεμήσει | είχαμε πολεμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πολεμήσει | είχατε πολεμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πολεμήσει | είχαν πολεμηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πολεμάω, θα πολεμώ | θα πολεμιέμαι |
| εσύ — you | θα πολεμάς | θα πολεμιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πολεμάει, θα πολεμά | θα πολεμιέται |
| εμείς — we | θα πολεμάμε, θα πολεμούμε | θα πολεμιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πολεμάτε | θα πολεμιέστε, θα πολεμιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πολεμάν(ε), θα πολεμούν(ε) | θα πολεμιούνται, θα πολεμιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πολεμήσω | θα πολεμηθώ |
| εσύ — you | θα πολεμήσεις | θα πολεμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πολεμήσει | θα πολεμηθεί |
| εμείς — we | θα πολεμήσουμε, θα πολεμήσομε | θα πολεμηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πολεμήσετε | θα πολεμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πολεμήσουν(ε) | θα πολεμηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πολεμήσει | θα έχω πολεμηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις πολεμήσει | θα έχεις πολεμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πολεμήσει | θα έχει πολεμηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε πολεμήσει | θα έχουμε πολεμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πολεμήσει | θα έχετε πολεμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πολεμήσει | θα έχουν πολεμηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πολεμάω, να πολεμώ | να πολεμιέμαι |
| εσύ — you | να πολεμάς | να πολεμιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πολεμάει, να πολεμά | να πολεμιέται |
| εμείς — we | να πολεμάμε, να πολεμούμε | να πολεμιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πολεμάτε | να πολεμιέστε, να πολεμιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πολεμάν(ε), να πολεμούν(ε) | να πολεμιούνται, να πολεμιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πολεμήσω | να πολεμηθώ |
| εσύ — you | να πολεμήσεις | να πολεμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πολεμήσει | να πολεμηθεί |
| εμείς — we | να πολεμήσουμε, να πολεμήσομε | να πολεμηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πολεμήσετε | να πολεμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πολεμήσουν(ε) | να πολεμηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω πολεμήσει | να έχω πολεμηθεί |
| εσύ — you | να έχεις πολεμήσει | να έχεις πολεμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πολεμήσει | να έχει πολεμηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε πολεμήσει | να έχουμε πολεμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πολεμήσει | να έχετε πολεμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πολεμήσει | να έχουν πολεμηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πολέμα / πολεμάτε.
Simple: πολέμησε (εσύ); πολεμήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Πολεμάμε την αδικία.
We fight injustice.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πολεμάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/polemao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/polemao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.