Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γεννάω — to give birth; to produce

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γεννάω — to give birth; to produce.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γεννάω, γεννώ γεννιέμαι
εσύ — you γεννάς γεννιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γεννάει, γεννά γεννιέται
εμείς — we γεννάμε, γεννούμε γεννιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γεννάτε γεννιέστε, γεννιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γεννάν(ε), γεννούν(ε) γεννιούνται, γεννιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γεννούσα, γένναγα γεννιόμουν(α)
εσύ — you γεννούσες, γένναγες γεννιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γεννούσε, γένναγε γεννιόταν(ε)
εμείς — we γεννούσαμε, γεννάγαμε γεννιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γεννούσατε, γεννάγατε γεννιόσαστε, γεννιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γεννούσαν(ε), γένναγαν, γεννάγανε γεννιόνταν(ε), γεννιούνταν, γεννιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γέννησα γεννήθηκα
εσύ — you γέννησες γεννήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γέννησε γεννήθηκε
εμείς — we γεννήσαμε γεννηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γεννήσατε γεννηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γέννησαν, γεννήσαν(ε) γεννήθηκαν, γεννηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γεννήσει έχω γεννηθεί
εσύ — you έχεις γεννήσει έχεις γεννηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γεννήσει έχει γεννηθεί
εμείς — we έχουμε γεννήσει έχουμε γεννηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γεννήσει έχετε γεννηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γεννήσει έχουν γεννηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γεννήσει είχα γεννηθεί
εσύ — you είχες γεννήσει είχες γεννηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γεννήσει είχε γεννηθεί
εμείς — we είχαμε γεννήσει είχαμε γεννηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γεννήσει είχατε γεννηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γεννήσει είχαν γεννηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γεννάω, θα γεννώ θα γεννιέμαι
εσύ — you θα γεννάς θα γεννιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γεννάει, θα γεννά θα γεννιέται
εμείς — we θα γεννάμε, θα γεννούμε θα γεννιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γεννάτε θα γεννιέστε, θα γεννιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γεννάν(ε), θα γεννούν(ε) θα γεννιούνται, θα γεννιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γεννήσω θα γεννηθώ
εσύ — you θα γεννήσεις θα γεννηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γεννήσει θα γεννηθεί
εμείς — we θα γεννήσουμε, θα γεννήσομε θα γεννηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γεννήσετε θα γεννηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γεννήσουν(ε) θα γεννηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γεννήσει θα έχω γεννηθεί
εσύ — you θα έχεις γεννήσει θα έχεις γεννηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γεννήσει θα έχει γεννηθεί
εμείς — we θα έχουμε γεννήσει θα έχουμε γεννηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γεννήσει θα έχετε γεννηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γεννήσει θα έχουν γεννηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γεννάω, να γεννώ να γεννιέμαι
εσύ — you να γεννάς να γεννιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γεννάει, να γεννά να γεννιέται
εμείς — we να γεννάμε, να γεννούμε να γεννιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γεννάτε να γεννιέστε, να γεννιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γεννάν(ε), να γεννούν(ε) να γεννιούνται, να γεννιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γεννήσω να γεννηθώ
εσύ — you να γεννήσεις να γεννηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γεννήσει να γεννηθεί
εμείς — we να γεννήσουμε, να γεννήσομε να γεννηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να γεννήσετε να γεννηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γεννήσουν(ε) να γεννηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γεννήσει να έχω γεννηθεί
εσύ — you να έχεις γεννήσει να έχεις γεννηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γεννήσει να έχει γεννηθεί
εμείς — we να έχουμε γεννήσει να έχουμε γεννηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γεννήσει να έχετε γεννηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γεννήσει να έχουν γεννηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γέννα, γένναγε γεννάτε — —
Simple γέννησε γεννήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γεννάω / γεννώ means to give birth or produce. Γεννιέμαι means to be born; the two voices describe different participants in the same event.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Γεννήθηκα στην Αθήνα.

I was born in Athens.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γεννάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gennao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gennao/