βοηθώ / βοηθάω (boithao) — to help

Everyday Greek · Core 100

βοηθάω: core forms & usage

to help

Βοηθάω and βοηθώ are alternatives. The aorist is βοήθησα; stress moves in βοηθήσαμε.

Βοηθάμε τους φίλους μας με τη μετακόμιση.

We help our friends with the move.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iβοηθώ, βοηθάω
you (singular)βοηθάς
he / she / itβοηθά, βοηθάει
weβοηθάμε, βοηθούμε
you (plural or polite)βοηθάτε
theyβοηθάν, βοηθάνε, βοηθούν, βοηθούνε

Imperfect

PersonForms
Iβοηθούσα, βοήθαγα
you (singular)βοηθούσες, βοήθαγες
he / she / itβοηθούσε, βοήθαγε
weβοηθούσαμε, βοηθάγαμε
you (plural or polite)βοηθούσατε, βοηθάγατε
theyβοηθούσαν, βοηθούσανε, βοήθαγαν, βοηθάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iβοήθησα
you (singular)βοήθησες
he / she / itβοήθησε
weβοηθήσαμε
you (plural or polite)βοηθήσατε
theyβοήθησαν, βοηθήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα βοηθήσω
you (singular)θα βοηθήσεις
he / she / itθα βοηθήσει
weθα βοηθήσουμε, θα βοηθήσομε
you (plural or polite)θα βοηθήσετε
theyθα βοηθήσουν, θα βοηθήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Με βοηθάς πολύ.

You help me a lot.

Βοηθάω / βοηθώ takes a direct object for the person helped. Με means me in this example. Βοηθάς is the second-person singular present.

βοηθώ / βοηθάω — to help

Passive: βοηθιέμαι; the formal pattern βοηθούμαι also occurs.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βοηθώ / βοηθάω βοηθιέμαι
εσύ — you βοηθάς βοηθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βοηθά / βοηθάει βοηθιέται
εμείς — we βοηθάμε, βοηθούμε βοηθιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βοηθάτε βοηθιέστε, βοηθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βοηθάν(ε), βοηθούν(ε) βοηθιούνται, βοηθιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βοηθούσα, βοήθαγα βοηθιόμουν(α)
εσύ — you βοηθούσες, βοήθαγες βοηθιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βοηθούσε, βοήθαγε βοηθιόταν(ε)
εμείς — we βοηθούσαμε, βοηθάγαμε βοηθιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βοηθούσατε, βοηθάγατε βοηθιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βοηθούσαν(ε), βοήθαγαν, βοηθάγανε βοηθιόνταν(ε), βοηθιούνταν, βοηθιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βοήθησα βοηθήθηκα
εσύ — you βοήθησες βοηθήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βοήθησε βοηθήθηκε
εμείς — we βοηθήσαμε βοηθηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βοηθήσατε βοηθηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βοήθησαν / βοηθήσανε βοηθήθηκαν, βοηθηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βοηθήσει έχω βοηθηθεί
εσύ — you έχεις βοηθήσει έχεις βοηθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βοηθήσει έχει βοηθηθεί
εμείς — we έχουμε βοηθήσει έχουμε βοηθηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βοηθήσει έχετε βοηθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βοηθήσει έχουν βοηθηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βοηθήσει είχα βοηθηθεί
εσύ — you είχες βοηθήσει είχες βοηθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βοηθήσει είχε βοηθηθεί
εμείς — we είχαμε βοηθήσει είχαμε βοηθηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βοηθήσει είχατε βοηθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βοηθήσει είχαν βοηθηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βοηθάω, θα βοηθώ θα βοηθιέμαι
εσύ — you θα βοηθάς θα βοηθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βοηθάει, θα βοηθά θα βοηθιέται
εμείς — we θα βοηθάμε, θα βοηθούμε θα βοηθιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βοηθάτε θα βοηθιέστε, θα βοηθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βοηθάν(ε), θα βοηθούν(ε) θα βοηθιούνται, θα βοηθιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βοηθήσω θα βοηθηθώ
εσύ — you θα βοηθήσεις θα βοηθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βοηθήσει θα βοηθηθεί
εμείς — we θα βοηθήσουμε, θα βοηθήσομε θα βοηθηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βοηθήσετε θα βοηθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βοηθήσουνε θα βοηθηθούνε

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βοηθήσει θα έχω βοηθηθεί
εσύ — you θα έχεις βοηθήσει θα έχεις βοηθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βοηθήσει θα έχει βοηθηθεί
εμείς — we θα έχουμε βοηθήσει θα έχουμε βοηθηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βοηθήσει θα έχετε βοηθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βοηθήσει θα έχουν βοηθηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βοηθάω, να βοηθώ να βοηθιέμαι
εσύ — you να βοηθάς να βοηθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βοηθάει, να βοηθά να βοηθιέται
εμείς — we να βοηθάμε, να βοηθούμε να βοηθιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βοηθάτε να βοηθιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βοηθάνε, να βοηθούνε να βοηθιούνται, να βοηθιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βοηθήσω να βοηθηθώ
εσύ — you να βοηθήσεις να βοηθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βοηθήσει να βοηθηθεί
εμείς — we να βοηθήσουμε, να βοηθήσομε να βοηθηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να βοηθήσετε να βοηθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βοηθήσουν να βοηθηθούνε

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βοηθήσει να έχω βοηθηθεί
εσύ — you να έχεις βοηθήσει να έχεις βοηθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βοηθήσει να έχει βοηθηθεί
εμείς — we να έχουμε βοηθήσει να έχουμε βοηθηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βοηθήσει να έχετε βοηθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βοηθήσει να έχουν βοηθηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βοήθα βοηθάτε να βοηθιέσαι (να-construction) βοηθιέστε
Simple βοήθησε βοηθήστε βοηθήσου βοηθηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The tables lead with everyday βοηθάς / βοηθάει. Forms such as βοηθείς / βοηθεί and the -ούμαι passive belong to a more formal pattern.
  • The ordinary past is βοήθησα, with stress on ή. Perfect: έχω βοηθήσει / έχω βοηθηθεί.
  • βοηθώντας — helping; έχοντας βοηθήσει — having helped.
  • βοηθημένος, βοηθημένη, βοηθημένο describes a state or result and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative: μη βοηθάς / μη βοηθήσεις.

Μπορείς να με βοηθήσεις;

Can you help me?

Βοηθήθηκε πολύ από τις συμβουλές της.

He or she was greatly helped by her advice.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βοηθώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/boithao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /boithao/