Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
βλέπω: core forms & usage
to see; to watch
Learn the three stems together: βλέπω → είδα → θα δω. Βλέπω can mean seeing something or watching it.
Βλέπουμε τη θάλασσα από το παράθυρο.
We can see the sea from the window.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | βλέπω |
| you (singular) | βλέπεις |
| he / she / it | βλέπει |
| we | βλέπουμε, βλέπομε |
| you (plural or polite) | βλέπετε |
| they | βλέπουν, βλέπουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έβλεπα |
| you (singular) | έβλεπες |
| he / she / it | έβλεπε |
| we | βλέπαμε |
| you (plural or polite) | βλέπατε |
| they | έβλεπαν, βλέπανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | είδα |
| you (singular) | είδες |
| he / she / it | είδε |
| we | είδαμε |
| you (plural or polite) | είδατε |
| they | είδαν, είδανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα δω |
| you (singular) | θα δεις |
| he / she / it | θα δει |
| we | θα δούμε |
| you (plural or polite) | θα δείτε |
| they | θα δουν, θα δούνε |
See this verb in use
Βλέπω μια ταινία.
I am watching a film.
Βλέπω can mean see or watch. Learn its other common stems too: είδα means “I saw”, and θα δω means “I will see”.
Compare the meanings: κοιτάω (koitao) — to look; to look at
βλέπω — to see; to watch
βλέπομαι can mean “be seen” or, reciprocally, “see each other / meet”.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βλέπω | βλέπομαι |
| εσύ — you | βλέπεις | βλέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βλέπει | βλέπεται |
| εμείς — we | βλέπουμε, βλέπομε | βλεπόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βλέπετε | βλέπεστε, βλεπόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βλέπουν(ε) | βλέπονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβλεπα | βλεπόμουν(α) |
| εσύ — you | έβλεπες | βλεπόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβλεπε | βλεπόταν(ε) |
| εμείς — we | βλέπαμε | βλεπόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βλέπατε | βλεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβλεπαν, βλέπανε | βλέπονταν, βλεπόντανε, βλεπόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είδα | ειδώθηκα |
| εσύ — you | είδες | ειδώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είδε | ειδώθηκε |
| εμείς — we | είδαμε | ειδωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | είδατε | ειδωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είδαν(ε) | ειδώθηκαν, ειδωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δει | έχω ιδωθεί |
| εσύ — you | έχεις δει | έχεις ιδωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δει | έχει ιδωθεί |
| εμείς — we | έχουμε δει | έχουμε ιδωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δει | έχετε ιδωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δει | έχουν ιδωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δει | είχα ιδωθεί |
| εσύ — you | είχες δει | είχες ιδωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δει | είχε ιδωθεί |
| εμείς — we | είχαμε δει | είχαμε ιδωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δει | είχατε ιδωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δει | είχαν ιδωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βλέπω | θα βλέπομαι |
| εσύ — you | θα βλέπεις | θα βλέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βλέπει | θα βλέπεται |
| εμείς — we | θα βλέπουμε, θα βλέπομε | θα βλεπόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βλέπετε | θα βλέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βλέπουν(ε) | θα βλέπονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δω | θα ιδωθώ |
| εσύ — you | θα δεις | θα ιδωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δει | θα ιδωθεί |
| εμείς — we | θα δούμε | θα ιδωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δείτε | θα ιδωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δουν / θα δούνε | θα ιδωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δει | θα έχω ιδωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις δει | θα έχεις ιδωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δει | θα έχει ιδωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δει | θα έχουμε ιδωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δει | θα έχετε ιδωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δει | θα έχουν ιδωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βλέπω | να βλέπομαι |
| εσύ — you | να βλέπεις | να βλέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βλέπει | να βλέπεται |
| εμείς — we | να βλέπουμε, να βλέπομε | να βλεπόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βλέπετε | να βλέπεστε, να βλεπόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βλέπουν(ε) | να βλέπονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δω | να ιδωθώ |
| εσύ — you | να δεις | να ιδωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δει | να ιδωθεί |
| εμείς — we | να δούμε | να ιδωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δείτε | να ιδωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δουν / να δούνε | να ιδωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δει | να έχω ιδωθεί |
| εσύ — you | να έχεις δει | να έχεις ιδωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δει | να έχει ιδωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε δει | να έχουμε ιδωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δει | να έχετε ιδωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δει | να έχουν ιδωθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βλέπε | βλέπετε | να βλέπεσαι (να-construction) | βλέπεστε |
| Simple | δες | δείτε | — | ιδωθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Irregular active past: είδα. Perfective forms: να δω, θα δω, έχω δει.
- Less common alternatives ιδώ / ιδεί and imperative ιδές occur; the table leads with δω / δει / δες.
- Passive past: ειδώθηκα; dependent form: ιδωθεί. Common reciprocal use: έχουμε ιδωθεί — we have met / seen each other.
- βλέποντας — seeing; έχοντας δει — having seen.
- ιδωμένος, ιδωμένη, ιδωμένο is an agreeing participle, not a routine alternative to έχω ιδωθεί.
- Negative: μη βλέπεις / μη δεις; μη βλέπετε / μη δείτε.
Έχω δει αυτή την ταινία.
I have seen this film.
Θα ιδωθούμε αύριο.
We will see each other tomorrow.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βλέπω.
https://moderngreekverbs.com/blepo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.