Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βογκάω / βογκώ — to groan; to moan
Describes a deep vocal sound, often caused by pain, effort or complaint.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βογκάω, βογκώ |
| εσύ — you | βογκάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βογκάει, βογκά |
| εμείς — we | βογκάμε, βογκούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βογκάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βογκάν(ε), βογκούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βογκούσα, βόγκαγα |
| εσύ — you | βογκούσες, βόγκαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βογκούσε, βόγκαγε |
| εμείς — we | βογκούσαμε, βογκάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βογκούσατε, βογκάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βογκούσαν(ε), βόγκαγαν, βογκάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βόγκηξα |
| εσύ — you | βόγκηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βόγκηξε |
| εμείς — we | βογκήξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βογκήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βόγκηξαν, βογκήξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω βογκήξει |
| εσύ — you | έχεις βογκήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βογκήξει |
| εμείς — we | έχουμε βογκήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βογκήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βογκήξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα βογκήξει |
| εσύ — you | είχες βογκήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βογκήξει |
| εμείς — we | είχαμε βογκήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βογκήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βογκήξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βογκάω, θα βογκώ |
| εσύ — you | θα βογκάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βογκάει, θα βογκά |
| εμείς — we | θα βογκάμε, θα βογκούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βογκάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βογκάν(ε), θα βογκούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βογκήξω |
| εσύ — you | θα βογκήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βογκήξει |
| εμείς — we | θα βογκήξουμε, θα βογκήξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βογκήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βογκήξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βογκήξει |
| εσύ — you | θα έχεις βογκήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βογκήξει |
| εμείς — we | θα έχουμε βογκήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βογκήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βογκήξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βογκάω, να βογκώ |
| εσύ — you | να βογκάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βογκάει, να βογκά |
| εμείς — we | να βογκάμε, να βογκούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βογκάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βογκάν(ε), να βογκούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βογκήξω |
| εσύ — you | να βογκήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βογκήξει |
| εμείς — we | να βογκήξουμε, να βογκήξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βογκήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βογκήξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω βογκήξει |
| εσύ — you | να έχεις βογκήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βογκήξει |
| εμείς — we | να έχουμε βογκήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βογκήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βογκήξει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: βόγκα / βογκάτε. Commands with this meaning are uncommon.
Simple: βόγκηξε (εσύ); βογκήξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: βόγκηξα; perfective dependent form: βογκήξει. Perfect: έχω βογκήξει.
- Imperfect alternatives: βογκούσα / βόγκαγα.
- βογκώντας — groaning; έχοντας βογκήξει — having groaned.
- Negative: μη βογκάς / μη βογκήξεις.
Βογκούσε από την κούραση.
He or she was groaning from fatigue.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βογκώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bogkao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/bogkao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.