Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
φυσάω / φυσώ means to blow, referring to breath or moving air.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φυσάω, φυσώ |
| εσύ — you |
φυσάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φυσάει, φυσά |
| εμείς — we |
φυσάμε, φυσούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φυσάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φυσάν(ε), φυσούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φυσούσα, φύσαγα |
| εσύ — you |
φυσούσες, φύσαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φυσούσε, φύσαγε |
| εμείς — we |
φυσούσαμε, φυσάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φυσούσατε, φυσάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φυσούσαν(ε), φύσαγαν, φυσάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φύσηξα |
| εσύ — you |
φύσηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φύσηξε |
| εμείς — we |
φυσήξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φυσήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φύσηξαν, φυσήξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω φυσήξει |
| εσύ — you |
έχεις φυσήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει φυσήξει |
| εμείς — we |
έχουμε φυσήξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε φυσήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν φυσήξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα φυσήξει |
| εσύ — you |
είχες φυσήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε φυσήξει |
| εμείς — we |
είχαμε φυσήξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε φυσήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν φυσήξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα φυσάω, θα φυσώ |
| εσύ — you |
θα φυσάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα φυσάει, θα φυσά |
| εμείς — we |
θα φυσάμε, θα φυσούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα φυσάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα φυσάν(ε), θα φυσούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα φυσήξω |
| εσύ — you |
θα φυσήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα φυσήξει |
| εμείς — we |
θα φυσήξουμε, θα φυσήξομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα φυσήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα φυσήξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω φυσήξει |
| εσύ — you |
θα έχεις φυσήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει φυσήξει |
| εμείς — we |
θα έχουμε φυσήξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε φυσήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν φυσήξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να φυσάω, να φυσώ |
| εσύ — you |
να φυσάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να φυσάει, να φυσά |
| εμείς — we |
να φυσάμε, να φυσούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να φυσάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να φυσάν(ε), να φυσούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να φυσήξω |
| εσύ — you |
να φυσήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να φυσήξει |
| εμείς — we |
να φυσήξουμε, να φυσήξομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να φυσήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να φυσήξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω φυσήξει |
| εσύ — you |
να έχεις φυσήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει φυσήξει |
| εμείς — we |
να έχουμε φυσήξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε φυσήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν φυσήξει |
Imperative · Προστακτική
φύσα, φύσαγε / φυσάτε
Simple: φύσηξε (εσύ); φυσήξτε, φυσήχτε (εσείς).