Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ορμάω — to rush; to dash

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ορμάω / ορμώ means to rush, dash, or charge towards someone or something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ορμάω, ορμώ
εσύ — you ορμάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ορμάει, ορμά
εμείς — we ορμάμε, ορμούμε
εσείς — you (plural / polite) ορμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ορμάν(ε), ορμούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ορμούσα, όρμαγα
εσύ — you ορμούσες, όρμαγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ορμούσε, όρμαγε
εμείς — we ορμούσαμε, ορμάγαμε
εσείς — you (plural / polite) ορμούσατε, ορμάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ορμούσαν(ε), όρμαγαν, ορμάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I όρμηξα
εσύ — you όρμηξες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it όρμηξε
εμείς — we ορμήξαμε
εσείς — you (plural / polite) ορμήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they όρμηξαν, ορμήξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ορμήξει
εσύ — you έχεις ορμήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ορμήξει
εμείς — we έχουμε ορμήξει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ορμήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ορμήξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ορμήξει
εσύ — you είχες ορμήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ορμήξει
εμείς — we είχαμε ορμήξει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ορμήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ορμήξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ορμάω, θα ορμώ
εσύ — you θα ορμάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ορμάει, θα ορμά
εμείς — we θα ορμάμε, θα ορμούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ορμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ορμάν(ε), θα ορμούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ορμήξω
εσύ — you θα ορμήξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ορμήξει
εμείς — we θα ορμήξουμε, θα ορμήξομε
εσείς — you (plural / polite) θα ορμήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ορμήξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ορμήξει
εσύ — you θα έχεις ορμήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ορμήξει
εμείς — we θα έχουμε ορμήξει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ορμήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ορμήξει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ορμάω, να ορμώ
εσύ — you να ορμάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ορμάει, να ορμά
εμείς — we να ορμάμε, να ορμούμε
εσείς — you (plural / polite) να ορμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ορμάν(ε), να ορμούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ορμήξω
εσύ — you να ορμήξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ορμήξει
εμείς — we να ορμήξουμε, να ορμήξομε
εσείς — you (plural / polite) να ορμήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ορμήξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ορμήξει
εσύ — you να έχεις ορμήξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ορμήξει
εμείς — we να έχουμε ορμήξει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ορμήξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ορμήξει

Imperative · Προστακτική

Continuous: όρμα / ορμάτε.

Simple: όρμηξε (εσύ); ορμήξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This table uses the alternative perfective series όρμηξα / θα ορμήξω / έχω ορμήξει. The όρμησα series is shown separately.

Τα παιδιά όρμησαν έξω.

The children rushed outside.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ορμώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ormao66/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ormao66/