Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ωριμάζω — to ripen; to mature

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ωριμάζω means to ripen or mature, literally or figuratively.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ωριμάζω
εσύ — you ωριμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ωριμάζει
εμείς — we ωριμάζουμε, ωριμάζομε
εσείς — you (plural / polite) ωριμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ωριμάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ωρίμαζα
εσύ — you ωρίμαζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ωρίμαζε
εμείς — we ωριμάζαμε
εσείς — you (plural / polite) ωριμάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ωρίμαζαν, ωριμάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ωρίμασα
εσύ — you ωρίμασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ωρίμασε
εμείς — we ωριμάσαμε
εσείς — you (plural / polite) ωριμάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ωρίμασαν, ωριμάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ωριμάσει
εσύ — you έχεις ωριμάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ωριμάσει
εμείς — we έχουμε ωριμάσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ωριμάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ωριμάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ωριμάσει
εσύ — you είχες ωριμάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ωριμάσει
εμείς — we είχαμε ωριμάσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ωριμάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ωριμάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ωριμάζω
εσύ — you θα ωριμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ωριμάζει
εμείς — we θα ωριμάζουμε, θα ωριμάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα ωριμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ωριμάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ωριμάσω
εσύ — you θα ωριμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ωριμάσει
εμείς — we θα ωριμάσουμε, θα ωριμάσομε
εσείς — you (plural / polite) θα ωριμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ωριμάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ωριμάσει
εσύ — you θα έχεις ωριμάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ωριμάσει
εμείς — we θα έχουμε ωριμάσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ωριμάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ωριμάσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ωριμάζω
εσύ — you να ωριμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ωριμάζει
εμείς — we να ωριμάζουμε, να ωριμάζομε
εσείς — you (plural / polite) να ωριμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ωριμάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ωριμάσω
εσύ — you να ωριμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ωριμάσει
εμείς — we να ωριμάσουμε, να ωριμάσομε
εσείς — you (plural / polite) να ωριμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ωριμάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ωριμάσει
εσύ — you να έχεις ωριμάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ωριμάσει
εμείς — we να έχουμε ωριμάσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ωριμάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ωριμάσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: ωρίμαζε / ωριμάζετε.

Simple: ωρίμασε (εσύ); ωριμάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfective series is ωρίμασα, θα ωριμάσω, έχω ωριμάσει. ώριμος describes being ripe or mature.

Τα φρούτα ωρίμασαν.

The fruit ripened.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ωριμάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/orimazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /orimazo/