Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ησυχάζω — to become quiet; to settle down

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ησυχάζω — to become quiet; to settle down.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ησυχάζω
εσύ — you ησυχάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ησυχάζει
εμείς — we ησυχάζουμε, ησυχάζομε
εσείς — you (plural / polite) ησυχάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ησυχάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ησύχαζα
εσύ — you ησύχαζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ησύχαζε
εμείς — we ησυχάζαμε
εσείς — you (plural / polite) ησυχάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ησύχαζαν, ησυχάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ησύχασα
εσύ — you ησύχασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ησύχασε
εμείς — we ησυχάσαμε
εσείς — you (plural / polite) ησυχάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ησύχασαν, ησυχάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ησυχάσει
εσύ — you έχεις ησυχάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ησυχάσει
εμείς — we έχουμε ησυχάσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ησυχάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ησυχάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ησυχάσει
εσύ — you είχες ησυχάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ησυχάσει
εμείς — we είχαμε ησυχάσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ησυχάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ησυχάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ησυχάζω
εσύ — you θα ησυχάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ησυχάζει
εμείς — we θα ησυχάζουμε, θα ησυχάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα ησυχάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ησυχάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ησυχάσω
εσύ — you θα ησυχάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ησυχάσει
εμείς — we θα ησυχάσουμε, θα ησυχάσομε
εσείς — you (plural / polite) θα ησυχάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ησυχάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ησυχάσει
εσύ — you θα έχεις ησυχάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ησυχάσει
εμείς — we θα έχουμε ησυχάσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ησυχάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ησυχάσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ησυχάζω
εσύ — you να ησυχάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ησυχάζει
εμείς — we να ησυχάζουμε, να ησυχάζομε
εσείς — you (plural / polite) να ησυχάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ησυχάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ησυχάσω
εσύ — you να ησυχάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ησυχάσει
εμείς — we να ησυχάσουμε, να ησυχάσομε
εσείς — you (plural / polite) να ησυχάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ησυχάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ησυχάσει
εσύ — you να έχεις ησυχάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ησυχάσει
εμείς — we να έχουμε ησυχάσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ησυχάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ησυχάσει

Imperative · Προστακτική

ησύχαζε / ησυχάζετε

Simple: ησύχασε (εσύ); ησυχάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ησυχάζω can mean to become quiet, calm down, or stop worrying.

Ησύχασε, όλα είναι καλά.

Do not worry; everything is fine.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ησυχάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/isuxazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /isuxazo/