λαχανιάζω (laxaniazo) — to get out of breath; to pant

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λαχανιάζω — to get out of breath; to pant.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λαχανιάζω
εσύ — you λαχανιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λαχανιάζει
εμείς — we λαχανιάζουμε, λαχανιάζομε
εσείς — you (plural / polite) λαχανιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λαχανιάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λαχάνιαζα
εσύ — you λαχάνιαζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λαχάνιαζε
εμείς — we λαχανιάζαμε
εσείς — you (plural / polite) λαχανιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λαχάνιαζαν, λαχανιάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λαχάνιασα
εσύ — you λαχάνιασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λαχάνιασε
εμείς — we λαχανιάσαμε
εσείς — you (plural / polite) λαχανιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λαχάνιασαν, λαχανιάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω λαχανιάσει
εσύ — you έχεις λαχανιάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λαχανιάσει
εμείς — we έχουμε λαχανιάσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε λαχανιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λαχανιάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα λαχανιάσει
εσύ — you είχες λαχανιάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λαχανιάσει
εμείς — we είχαμε λαχανιάσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε λαχανιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λαχανιάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λαχανιάζω
εσύ — you θα λαχανιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λαχανιάζει
εμείς — we θα λαχανιάζουμε, θα λαχανιάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα λαχανιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λαχανιάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λαχανιάσω
εσύ — you θα λαχανιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λαχανιάσει
εμείς — we θα λαχανιάσουμε, θα λαχανιάσομε
εσείς — you (plural / polite) θα λαχανιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λαχανιάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω λαχανιάσει
εσύ — you θα έχεις λαχανιάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λαχανιάσει
εμείς — we θα έχουμε λαχανιάσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λαχανιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λαχανιάσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λαχανιάζω
εσύ — you να λαχανιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λαχανιάζει
εμείς — we να λαχανιάζουμε, να λαχανιάζομε
εσείς — you (plural / polite) να λαχανιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λαχανιάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λαχανιάσω
εσύ — you να λαχανιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λαχανιάσει
εμείς — we να λαχανιάσουμε, να λαχανιάσομε
εσείς — you (plural / polite) να λαχανιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λαχανιάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω λαχανιάσει
εσύ — you να έχεις λαχανιάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λαχανιάσει
εμείς — we να έχουμε λαχανιάσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λαχανιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λαχανιάσει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Λαχανιάζω describes becoming or being out of breath, often after exertion.

Λαχάνιασα ανεβαίνοντας τις σκάλες.

I got out of breath climbing the stairs.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λαχανιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/laxaniazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /laxaniazo/