Laxaino

Laxaino

ΛΑΧΑΙΝΩ
I meet
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
λαχαίνω λαχαίνουμε, λαχαίνομε
λαχαίνεις λαχαίνετε
λαχαίνει λαχαίνουν(ε)
Imper
fect
λάχαινα λαχαίναμε
λάχαινες λαχαίνατε
λάχαινε λάχαιναν, λαχαίναν(ε)
Aorist έλαχα λάχαμε
έλαχες λάχατε
έλαχε έλαχαν, λάχαναν(ε)
Per
fect
έχω λάχει έχουμε λάχει
έχεις λάχει έχετε λάχει
έχει λάχει έχουν λάχει
Plu
per
fect
είχα λάχει είχαμε λάχει
είχες λάχει είχατε λάχει
είχε λάχει είχαν λάχει
Fut
ure
Cont
inuous
θα λαχαίνω θα λαχαίνουμε, θα λαχαίνομε
θα λαχαίνεις θα λαχαίνετε
θα λαχαίνει θα λαχαίνουν(ε)
Simp
Fut
θα λάχω θα λάχουμε, θα λάχομε
θα λάχεις θα λάχετε
θα λάχει θα λάχουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω λάχει θα έχουμε λάχει
θα έχεις λάχει θα έχετε λάχει
θα έχει λάχει θα έχουν λάχει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να λαχαίνω να λαχαίνουμε, να λαχαίνομε
να λαχαίνεις να λαχαίνετε
να λαχαίνει να λαχαίνουν(ε)
Aorist να λάχω να λάχουμε, να λάχομε
να λάχεις να λάχετε
να λάχει να λάχουν(ε)
Perf να έχω λάχει να έχουμε λάχει
να έχεις λάχει να έχετε λάχει
να έχει λάχει να έχουν λάχει
Imper
ative
Pres λάχαινε λαχαίνετε
Aorist λάχε λάχετε
Part
iciple
Pres λαχαίνοντας
Perf έχοντας λάχει
Infin Aorist λάχει


2017-03-22T01:55:49+00:00