Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

λατρεύω — to adore; to worship

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λατρεύω — to adore; to worship.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λατρεύω λατρεύομαι
εσύ — you λατρεύεις λατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λατρεύει λατρεύεται
εμείς — we λατρεύουμε, λατρεύομε λατρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) λατρεύετε λατρεύεστε, λατρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λατρεύουν(ε) λατρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λάτρευα λατρευόμουν(α)
εσύ — you λάτρευες λατρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λάτρευε λατρευόταν(ε)
εμείς — we λατρεύαμε λατρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) λατρεύατε λατρευόσαστε, λατρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they λάτρευαν, λατρεύαν(ε) λατρεύονταν, λατρευόντανε, λατρευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λάτρεψα λατρεύτηκα
εσύ — you λάτρεψες λατρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λάτρεψε λατρεύτηκε
εμείς — we λατρέψαμε λατρευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) λατρέψατε λατρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λάτρεψαν, λατρέψαν(ε) λατρεύτηκαν, λατρευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω λατρέψει έχω λατρευτεί
εσύ — you έχεις λατρέψει έχεις λατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λατρέψει έχει λατρευτεί
εμείς — we έχουμε λατρέψει έχουμε λατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε λατρέψει έχετε λατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λατρέψει έχουν λατρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα λατρέψει είχα λατρευτεί
εσύ — you είχες λατρέψει είχες λατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λατρέψει είχε λατρευτεί
εμείς — we είχαμε λατρέψει είχαμε λατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε λατρέψει είχατε λατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λατρέψει είχαν λατρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λατρεύω θα λατρεύομαι
εσύ — you θα λατρεύεις θα λατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λατρεύει θα λατρεύεται
εμείς — we θα λατρεύουμε, θα λατρεύομε θα λατρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα λατρεύετε θα λατρεύεστε, θα λατρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λατρεύουν(ε) θα λατρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λατρέψω θα λατρευτώ
εσύ — you θα λατρέψεις θα λατρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λατρέψει θα λατρευτεί
εμείς — we θα λατρέψουμε, θα λατρέψομε θα λατρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα λατρέψετε θα λατρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λατρέψουν(ε) θα λατρευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω λατρέψει θα έχω λατρευτεί
εσύ — you θα έχεις λατρέψει θα έχεις λατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λατρέψει θα έχει λατρευτεί
εμείς — we θα έχουμε λατρέψει θα έχουμε λατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λατρέψει θα έχετε λατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λατρέψει θα έχουν λατρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λατρεύω να λατρεύομαι
εσύ — you να λατρεύεις να λατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λατρεύει να λατρεύεται
εμείς — we να λατρεύουμε, να λατρεύομε να λατρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να λατρεύετε να λατρεύεστε, να λατρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λατρεύουν(ε) να λατρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λατρέψω να λατρευτώ
εσύ — you να λατρέψεις να λατρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λατρέψει να λατρευτεί
εμείς — we να λατρέψουμε, να λατρέψομε να λατρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να λατρέψετε να λατρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λατρέψουν(ε) να λατρευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω λατρέψει να έχω λατρευτεί
εσύ — you να έχεις λατρέψει να έχεις λατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λατρέψει να έχει λατρευτεί
εμείς — we να έχουμε λατρέψει να έχουμε λατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λατρέψει να έχετε λατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λατρέψει να έχουν λατρευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous λάτρευε λατρεύετε — —
Simple λάτρεψε λατρέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Λατρεύω can mean adore or love very much; in religious contexts it means to worship. Λατρεμένος often means beloved or adored.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Λατρεύω τη μουσική.

I love music.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λατρεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/latreuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /latreuo/