Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δουλεύω — to work

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

δουλεύω: core forms & usage

to work

The perfective stem changes -ευ- to -εψ-: δούλεψα, θα δουλέψω. The plural is δουλέψαμε.

Δουλεύω από το σπίτι την Παρασκευή.

I work from home on Friday.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iδουλεύω
you (singular)δουλεύεις
he / she / itδουλεύει
weδουλεύουμε, δουλεύομε
you (plural or polite)δουλεύετε
theyδουλεύουν, δουλεύουνε

Imperfect

PersonForms
Iδούλευα
you (singular)δούλευες
he / she / itδούλευε
weδουλεύαμε
you (plural or polite)δουλεύατε
theyδούλευαν, δουλεύαν, δουλεύανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iδούλεψα
you (singular)δούλεψες
he / she / itδούλεψε
weδουλέψαμε
you (plural or polite)δουλέψατε
theyδούλεψαν, δουλέψαν, δουλέψανε

Simple future

PersonForms
Iθα δουλέψω
you (singular)θα δουλέψεις
he / she / itθα δουλέψει
weθα δουλέψουμε, θα δουλέψομε
you (plural or polite)θα δουλέψετε
theyθα δουλέψουν, θα δουλέψουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Δουλεύω από τις εννέα μέχρι τις πέντε.

I work from nine until five.

Δουλεύω can describe someone working or something functioning. Το τηλέφωνο δεν δουλεύει means “the phone is not working”.

δουλεύω means to work or function. With an object it can mean to work on or process something; informally, δουλεύω κάποιον can mean to tease or fool someone.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δουλεύω δουλεύομαι
εσύ — you δουλεύεις δουλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δουλεύει δουλεύεται
εμείς — we δουλεύουμε, δουλεύομε δουλευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δουλεύετε δουλεύεστε, δουλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δουλεύουν(ε) δουλεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δούλευα δουλευόμουν(α)
εσύ — you δούλευες δουλευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δούλευε δουλευότανε
εμείς — we δουλεύαμε δουλευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δουλεύατε δουλευόσαστε, δουλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δούλευαν, δουλεύαν(ε) δουλεύονταν, δουλευόντανε, δουλευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δούλεψα δουλεύτηκα
εσύ — you δούλεψες δουλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δούλεψε δουλεύτηκε
εμείς — we δουλέψαμε δουλευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δουλέψατε δουλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δούλεψαν, δουλέψαν(ε) δουλεύτηκαν, δουλευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δουλέψει έχω δουλευτεί
εσύ — you έχεις δουλέψει έχεις δουλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δουλέψει έχει δουλευτεί
εμείς — we έχουμε δουλέψει έχουμε δουλευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δουλέψει έχετε δουλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δουλέψει έχουν δουλευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δουλέψει είχα δουλευτεί
εσύ — you είχες δουλέψει είχες δουλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δουλέψει είχε δουλευτεί
εμείς — we είχαμε δουλέψει είχαμε δουλευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δουλέψει είχατε δουλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δουλέψει είχαν δουλευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δουλεύω θα δουλεύομαι
εσύ — you θα δουλεύεις θα δουλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δουλεύει θα δουλεύεται
εμείς — we θα δουλεύουμε, θα δουλεύομε θα δουλευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δουλεύετε θα δουλεύεστε, θα δουλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δουλεύουν(ε) θα δουλεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δουλέψω θα δουλευτώ
εσύ — you θα δουλέψεις θα δουλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δουλέψει θα δουλευτεί
εμείς — we θα δουλέψουμε, θα δουλέψομε θα δουλευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δουλέψετε θα δουλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δουλέψουν(ε) θα δουλευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δουλέψει θα έχω δουλευτεί
εσύ — you θα έχεις δουλέψει θα έχεις δουλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δουλέψει θα έχει δουλευτεί
εμείς — we θα έχουμε δουλέψει θα έχουμε δουλευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δουλέψει θα έχετε δουλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δουλέψει θα έχουν δουλευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δουλεύω να δουλεύομαι
εσύ — you να δουλεύεις να δουλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δουλεύει να δουλεύεται
εμείς — we να δουλεύουμε να δουλευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δουλεύετε να δουλεύεστε, να δουλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δουλεύουν να δουλεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δουλέψω να δουλευτώ
εσύ — you να δουλέψεις να δουλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δουλέψει να δουλευτεί
εμείς — we να δουλέψουμε να δουλευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να δουλέψετε να δουλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δουλέψουν να δουλευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δουλέψει να έχω δουλευτεί
εσύ — you να έχεις δουλέψει να έχεις δουλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δουλέψει να έχει δουλευτεί
εμείς — we να έχουμε δουλέψει να έχουμε δουλευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δουλέψει να έχετε δουλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δουλέψει να έχουν δουλευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δούλευε δουλεύετε — —
Simple δούλεψε δουλέψτε δουλέψου δουλευτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive δουλεύομαι concerns something being worked on or processed, or a person being teased in informal usage. It does not simply mean “work at a job”.
  • δουλεμένος, -η, -ο means worked on or developed: ένα καλά δουλεμένο κείμενο.
  • The plural command is δουλέψτε. δουλεύτε is not used as a standard command here.

Δουλεύω σε ένα σχολείο.

I work at a school.

Το κείμενο έχει δουλευτεί προσεκτικά.

The text has been carefully worked on.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δουλεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/douleuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /douleuo/