Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
δουλεύω: core forms & usage
to work
The perfective stem changes -ευ- to -εψ-: δούλεψα, θα δουλέψω. The plural is δουλέψαμε.
Δουλεύω από το σπίτι την Παρασκευή.
I work from home on Friday.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | δουλεύω |
| you (singular) | δουλεύεις |
| he / she / it | δουλεύει |
| we | δουλεύουμε, δουλεύομε |
| you (plural or polite) | δουλεύετε |
| they | δουλεύουν, δουλεύουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | δούλευα |
| you (singular) | δούλευες |
| he / she / it | δούλευε |
| we | δουλεύαμε |
| you (plural or polite) | δουλεύατε |
| they | δούλευαν, δουλεύαν, δουλεύανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | δούλεψα |
| you (singular) | δούλεψες |
| he / she / it | δούλεψε |
| we | δουλέψαμε |
| you (plural or polite) | δουλέψατε |
| they | δούλεψαν, δουλέψαν, δουλέψανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα δουλέψω |
| you (singular) | θα δουλέψεις |
| he / she / it | θα δουλέψει |
| we | θα δουλέψουμε, θα δουλέψομε |
| you (plural or polite) | θα δουλέψετε |
| they | θα δουλέψουν, θα δουλέψουνε |
See this verb in use
Δουλεύω από τις εννέα μέχρι τις πέντε.
I work from nine until five.
Δουλεύω can describe someone working or something functioning. Το τηλέφωνο δεν δουλεύει means “the phone is not working”.
δουλεύω means to work or function. With an object it can mean to work on or process something; informally, δουλεύω κάποιον can mean to tease or fool someone.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δουλεύω | δουλεύομαι |
| εσύ — you | δουλεύεις | δουλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δουλεύει | δουλεύεται |
| εμείς — we | δουλεύουμε, δουλεύομε | δουλευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δουλεύετε | δουλεύεστε, δουλευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δουλεύουν(ε) | δουλεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δούλευα | δουλευόμουν(α) |
| εσύ — you | δούλευες | δουλευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δούλευε | δουλευότανε |
| εμείς — we | δουλεύαμε | δουλευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δουλεύατε | δουλευόσαστε, δουλευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δούλευαν, δουλεύαν(ε) | δουλεύονταν, δουλευόντανε, δουλευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δούλεψα | δουλεύτηκα |
| εσύ — you | δούλεψες | δουλεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δούλεψε | δουλεύτηκε |
| εμείς — we | δουλέψαμε | δουλευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δουλέψατε | δουλευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δούλεψαν, δουλέψαν(ε) | δουλεύτηκαν, δουλευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δουλέψει | έχω δουλευτεί |
| εσύ — you | έχεις δουλέψει | έχεις δουλευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δουλέψει | έχει δουλευτεί |
| εμείς — we | έχουμε δουλέψει | έχουμε δουλευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δουλέψει | έχετε δουλευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δουλέψει | έχουν δουλευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δουλέψει | είχα δουλευτεί |
| εσύ — you | είχες δουλέψει | είχες δουλευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δουλέψει | είχε δουλευτεί |
| εμείς — we | είχαμε δουλέψει | είχαμε δουλευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δουλέψει | είχατε δουλευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δουλέψει | είχαν δουλευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δουλεύω | θα δουλεύομαι |
| εσύ — you | θα δουλεύεις | θα δουλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δουλεύει | θα δουλεύεται |
| εμείς — we | θα δουλεύουμε, θα δουλεύομε | θα δουλευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δουλεύετε | θα δουλεύεστε, θα δουλευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δουλεύουν(ε) | θα δουλεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δουλέψω | θα δουλευτώ |
| εσύ — you | θα δουλέψεις | θα δουλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δουλέψει | θα δουλευτεί |
| εμείς — we | θα δουλέψουμε, θα δουλέψομε | θα δουλευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δουλέψετε | θα δουλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δουλέψουν(ε) | θα δουλευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δουλέψει | θα έχω δουλευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις δουλέψει | θα έχεις δουλευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δουλέψει | θα έχει δουλευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δουλέψει | θα έχουμε δουλευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δουλέψει | θα έχετε δουλευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δουλέψει | θα έχουν δουλευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δουλεύω | να δουλεύομαι |
| εσύ — you | να δουλεύεις | να δουλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δουλεύει | να δουλεύεται |
| εμείς — we | να δουλεύουμε | να δουλευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δουλεύετε | να δουλεύεστε, να δουλευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δουλεύουν | να δουλεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δουλέψω | να δουλευτώ |
| εσύ — you | να δουλέψεις | να δουλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δουλέψει | να δουλευτεί |
| εμείς — we | να δουλέψουμε | να δουλευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δουλέψετε | να δουλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δουλέψουν | να δουλευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δουλέψει | να έχω δουλευτεί |
| εσύ — you | να έχεις δουλέψει | να έχεις δουλευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δουλέψει | να έχει δουλευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε δουλέψει | να έχουμε δουλευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δουλέψει | να έχετε δουλευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δουλέψει | να έχουν δουλευτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | δούλευε | δουλεύετε | — | — |
| Simple | δούλεψε | δουλέψτε | δουλέψου | δουλευτείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The passive δουλεύομαι concerns something being worked on or processed, or a person being teased in informal usage. It does not simply mean “work at a job”.
- δουλεμένος, -η, -ο means worked on or developed: ένα καλά δουλεμένο κείμενο.
- The plural command is δουλέψτε. δουλεύτε is not used as a standard command here.
Δουλεύω σε ένα σχολείο.
I work at a school.
Το κείμενο έχει δουλευτεί προσεκτικά.
The text has been carefully worked on.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δουλεύω.
https://moderngreekverbs.com/douleuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.