ΔΡΩ
I act
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
δρω δρούμε
δρας δράτε
δρα δρούν(ε)
Imper
fect
δρούσα δρούσαμε
δρούσες δρούσατε
δρούσε δρούσαν(ε)
Aorist έδρασα δράσαμε
έδρασες δράσατε
έδρασε έδρασαν, δράσανε
Perf
ect
έχω δράσει έχουμε δράσει
έχεις δράσει έχετε δράσει
έχει δράσει έχουν δράσει
Plu
perf
ect
είχα δράσει είχαμε δράσει
είχες δράσει είχατε δράσει
είχε δράσει είχαν δράσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα δρω θα δρούμε
θα δρας θα δράτε
θα δρα θα δρούν(ε)
Simp
Fut
θα δράσω θα δράσουμε, θα δράσομε
θα δράσεις θα δράσετε
θα δράσει θα δράσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω δράσει θα έχουμε δράσει
θα έχεις δράσει θα έχετε δράσει
θα έχει δράσει θα έχουν δράσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να δρω να δρούμε
να δρας να δράτε
να δρα να δρούν(ε)
Aorist να δράσω να δράσουμε, να δράσομε
να δράσεις να δράσετε
να δράσει να δράσουν(ε)
Perf να έχω δράσει να έχουμε δράσει
να έχεις δράσει να έχετε δράσει
να έχει δράσει να έχουν δράσει
Imper
ative
Pres δράτε
Aorist έδρησε δράστε, δράσετε
Part
iciple
Pres δρώντας
Perf έχοντας δράσει
Infin Aorist δράσει