Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δυσφημίζω — to defame

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δυσφημίζω means to defame or damage someone’s reputation. It is a variant of δυσφημώ, with its own present and perfective endings.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δυσφημίζω δυσφημίζομαι
εσύ — you δυσφημίζεις δυσφημίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δυσφημίζει δυσφημίζεται
εμείς — we δυσφημίζουμε, δυσφημίζομε δυσφημιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δυσφημίζετε δυσφημίζεστε, δυσφημιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δυσφημίζουν(ε) δυσφημίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δυσφήμιζα δυσφημιζόμουν(α)
εσύ — you δυσφήμιζες δυσφημιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δυσφήμιζε δυσφημιζόταν(ε)
εμείς — we δυσφημίζαμε δυσφημιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δυσφημίζατε δυσφημιζόσαστε, δυσφημιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δυσφήμιζαν, δυσφημίζαν(ε) δυσφημίζονταν, δυσφημιζόντανε, δυσφημιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δυσφήμισα δυσφημίστηκα
εσύ — you δυσφήμισες δυσφημίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δυσφήμισε δυσφημίστηκε
εμείς — we δυσφημίσαμε δυσφημιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δυσφημίσατε δυσφημιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δυσφήμισαν, δυσφημίσαν(ε) δυσφημίστηκαν, δυσφημιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δυσφημίσει έχω δυσφημιστεί
εσύ — you έχεις δυσφημίσει έχεις δυσφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δυσφημίσει έχει δυσφημιστεί
εμείς — we έχουμε δυσφημίσει έχουμε δυσφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δυσφημίσει έχετε δυσφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δυσφημίσει έχουν δυσφημιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δυσφημίσει είχα δυσφημιστεί
εσύ — you είχες δυσφημίσει είχες δυσφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δυσφημίσει είχε δυσφημιστεί
εμείς — we είχαμε δυσφημίσει είχαμε δυσφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δυσφημίσει είχατε δυσφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δυσφημίσει είχαν δυσφημιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δυσφημίζω θα δυσφημίζομαι
εσύ — you θα δυσφημίζεις θα δυσφημίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δυσφημίζει θα δυσφημίζεται
εμείς — we θα δυσφημίζουμε, θα δυσφημίζομε θα δυσφημιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δυσφημίζετε θα δυσφημίζεστε, θα δυσφημιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δυσφημίζουν(ε) θα δυσφημίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δυσφημίσω θα δυσφημιστώ
εσύ — you θα δυσφημίσεις θα δυσφημιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δυσφημίσει θα δυσφημιστεί
εμείς — we θα δυσφημίσουμε, θα δυσφημίσομε θα δυσφημιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δυσφημίσετε θα δυσφημιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δυσφημίσουν(ε) θα δυσφημιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δυσφημίσει θα έχω δυσφημιστεί
εσύ — you θα έχεις δυσφημίσει θα έχεις δυσφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δυσφημίσει θα έχει δυσφημιστεί
εμείς — we θα έχουμε δυσφημίσει θα έχουμε δυσφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δυσφημίσει θα έχετε δυσφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δυσφημίσει θα έχουν δυσφημιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δυσφημίζω να δυσφημίζομαι
εσύ — you να δυσφημίζεις να δυσφημίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δυσφημίζει να δυσφημίζεται
εμείς — we να δυσφημίζουμε, να δυσφημίζομε να δυσφημιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δυσφημίζετε να δυσφημίζεστε, να δυσφημιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δυσφημίζουν(ε) να δυσφημίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δυσφημίσω να δυσφημιστώ
εσύ — you να δυσφημίσεις να δυσφημιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δυσφημίσει να δυσφημιστεί
εμείς — we να δυσφημίσουμε, να δυσφημίσομε να δυσφημιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δυσφημίσετε να δυσφημιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δυσφημίσουν(ε) να δυσφημιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δυσφημίσει να έχω δυσφημιστεί
εσύ — you να έχεις δυσφημίσει να έχεις δυσφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δυσφημίσει να έχει δυσφημιστεί
εμείς — we να έχουμε δυσφημίσει να έχουμε δυσφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δυσφημίσει να έχετε δυσφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δυσφημίσει να έχουν δυσφημιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δυσφήμιζε δυσφημίζετε — —
Simple δυσφήμισε δυσφημίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • This paradigm uses δυσφήμισα / δυσφημίσει / δυσφημίστηκα / δυσφημιστεί. The corresponding δυσφημώ forms are δυσφήμησα / δυσφημήσει / δυσφημήθηκα / δυσφημηθεί.
  • δυσφημισμένος, -η, -ο describes a defamed or discredited state. Personal passive commands are unusual and are not listed here.

Οι ψευδείς κατηγορίες δυσφήμισαν την εταιρεία.

The false accusations damaged the company’s reputation.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δυσφημίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dysfimizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dysfimizo/