Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δροσίζω — to cool

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δροσίζω means to cool or refresh. δροσίζομαι means to cool off or feel refreshed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δροσίζω δροσίζομαι
εσύ — you δροσίζεις δροσίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δροσίζει δροσίζεται
εμείς — we δροσίζουμε, δροσίζομε δροσιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δροσίζετε δροσίζεστε, δροσιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δροσίζουν(ε) δροσίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δρόσιζα δροσιζόμουν(α)
εσύ — you δρόσιζες δροσιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δρόσιζε δροσιζόταν(ε)
εμείς — we δροσίζαμε δροσιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δροσίζατε δροσιζόσαστε, δροσιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δρόσιζαν, δροσίζαν(ε) δροσίζονταν, δροσιζόντανε, δροσιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δρόσισα δροσίστηκα
εσύ — you δρόσισες δροσίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δρόσισε δροσίστηκε
εμείς — we δροσίσαμε δροσιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δροσίσατε δροσιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δρόσισαν, δροσίσαν(ε) δροσίστηκαν, δροσιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δροσίσει έχω δροσιστεί
εσύ — you έχεις δροσίσει έχεις δροσιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δροσίσει έχει δροσιστεί
εμείς — we έχουμε δροσίσει έχουμε δροσιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δροσίσει έχετε δροσιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δροσίσει έχουν δροσιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δροσίσει είχα δροσιστεί
εσύ — you είχες δροσίσει είχες δροσιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δροσίσει είχε δροσιστεί
εμείς — we είχαμε δροσίσει είχαμε δροσιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δροσίσει είχατε δροσιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δροσίσει είχαν δροσιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δροσίζω θα δροσίζομαι
εσύ — you θα δροσίζεις θα δροσίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δροσίζει θα δροσίζεται
εμείς — we θα δροσίζουμε, θα δροσίζομε θα δροσιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δροσίζετε θα δροσίζεστε, θα δροσιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δροσίζουν(ε) θα δροσίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δροσίσω θα δροσιστώ
εσύ — you θα δροσίσεις θα δροσιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δροσίσει θα δροσιστεί
εμείς — we θα δροσίσουμε, θα δροσίσομε θα δροσιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δροσίσετε θα δροσιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δροσίσουν(ε) θα δροσιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δροσίσει θα έχω δροσιστεί
εσύ — you θα έχεις δροσίσει θα έχεις δροσιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δροσίσει θα έχει δροσιστεί
εμείς — we θα έχουμε δροσίσει θα έχουμε δροσιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δροσίσει θα έχετε δροσιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δροσίσει θα έχουν δροσιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δροσίζω να δροσίζομαι
εσύ — you να δροσίζεις να δροσίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δροσίζει να δροσίζεται
εμείς — we να δροσίζουμε, να δροσίζομε να δροσιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δροσίζετε να δροσίζεστε, να δροσιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δροσίζουν(ε) να δροσίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δροσίσω να δροσιστώ
εσύ — you να δροσίσεις να δροσιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δροσίσει να δροσιστεί
εμείς — we να δροσίσουμε, να δροσίσομε να δροσιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δροσίσετε να δροσιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δροσίσουν(ε) να δροσιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δροσίσει να έχω δροσιστεί
εσύ — you να έχεις δροσίσει να έχεις δροσιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δροσίσει να έχει δροσιστεί
εμείς — we να έχουμε δροσίσει να έχουμε δροσιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δροσίσει να έχετε δροσιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δροσίσει να έχουν δροσιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δρόσιζε δροσίζετε — δροσίζεστε
Simple δρόσισε δροσίστε δροσίσου δροσιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • δροσισμένος, -η, -ο describes a cooled or refreshed state. The middle command δροσίσου is natural when inviting someone to cool off.

Δροσιστήκαμε στη σκιά.

We cooled off in the shade.

Το αεράκι δρόσισε το δωμάτιο.

The breeze cooled the room.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δροσίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/drosizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /drosizo/