δυσκολεύω (dyskoleuo) — to hamper

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δυσκολεύω means to make something difficult or hinder someone. δυσκολεύομαι means to have difficulty or struggle, often followed by να + a verb.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δυσκολεύω δυσκολεύομαι
εσύ — you δυσκολεύεις δυσκολεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δυσκολεύει δυσκολεύεται
εμείς — we δυσκολεύουμε, δυσκολεύομε δυσκολευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δυσκολεύετε δυσκολεύεστε, δυσκολευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δυσκολεύουν(ε) δυσκολεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δυσκόλευα δυσκολευόμουν(α)
εσύ — you δυσκόλευες δυσκολευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δυσκόλευε δυσκολευότανε
εμείς — we δυσκολεύαμε δυσκολευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δυσκολεύατε δυσκολευόσαστε, δυσκολευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δυσκόλευαν, δυσκολεύαν(ε) δυσκολεύονταν, δυσκολευόντανε, δυσκολευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δυσκόλεψα δυσκολεύτηκα
εσύ — you δυσκόλεψες δυσκολεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δυσκόλεψε δυσκολεύτηκε
εμείς — we δυσκολέψαμε δυσκολευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δυσκολέψατε δυσκολευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δυσκόλεψαν, δυσκολέψαν(ε) δυσκολεύτηκαν, δυσκολευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δυσκολέψει έχω δυσκολευτεί
εσύ — you έχεις δυσκολέψει έχεις δυσκολευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δυσκολέψει έχει δυσκολευτεί
εμείς — we έχουμε δυσκολέψει έχουμε δυσκολευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δυσκολέψει έχετε δυσκολευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δυσκολέψει έχουν δυσκολευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δυσκολέψει είχα δυσκολευτεί
εσύ — you είχες δυσκολέψει είχες δυσκολευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δυσκολέψει είχε δυσκολευτεί
εμείς — we είχαμε δυσκολέψει είχαμε δυσκολευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δυσκολέψει είχατε δυσκολευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δυσκολέψει είχαν δυσκολευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δυσκολεύω θα δυσκολεύομαι
εσύ — you θα δυσκολεύεις θα δυσκολεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δυσκολεύει θα δυσκολεύεται
εμείς — we θα δυσκολεύουμε, θα δυσκολεύομε θα δυσκολευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δυσκολεύετε θα δυσκολεύεστε, θα δυσκολευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δυσκολεύουν(ε) θα δυσκολεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δυσκολέψω θα δυσκολευτώ
εσύ — you θα δυσκολέψεις θα δυσκολευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δυσκολέψει θα δυσκολευτεί
εμείς — we θα δυσκολέψουμε, θα δυσκολέψομε θα δυσκολευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δυσκολέψετε θα δυσκολευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δυσκολέψουν(ε) θα δυσκολευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δυσκολέψει θα έχω δυσκολευτεί
εσύ — you θα έχεις δυσκολέψει θα έχεις δυσκολευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δυσκολέψει θα έχει δυσκολευτεί
εμείς — we θα έχουμε δυσκολέψει θα έχουμε δυσκολευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δυσκολέψει θα έχετε δυσκολευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δυσκολέψει θα έχουν δυσκολευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δυσκολεύω να δυσκολεύομαι
εσύ — you να δυσκολεύεις να δυσκολεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δυσκολεύει να δυσκολεύεται
εμείς — we να δυσκολεύουμε να δυσκολευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δυσκολεύετε να δυσκολεύεστε, να δυσκολευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δυσκολεύουν να δυσκολεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δυσκολέψω να δυσκολευτώ
εσύ — you να δυσκολέψεις να δυσκολευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δυσκολέψει να δυσκολευτεί
εμείς — we να δυσκολέψουμε να δυσκολευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να δυσκολέψετε να δυσκολευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δυσκολέψουν να δυσκολευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δυσκολέψει να έχω δυσκολευτεί
εσύ — you να έχεις δυσκολέψει να έχεις δυσκολευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δυσκολέψει να έχει δυσκολευτεί
εμείς — we να έχουμε δυσκολέψει να έχουμε δυσκολευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δυσκολέψει να έχετε δυσκολευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δυσκολέψει να έχουν δυσκολευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δυσκόλευε δυσκολεύετε — —
Simple δυσκόλεψε δυσκολέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The middle form has an active English meaning: δυσκολεύομαι να διαβάσω, “I have difficulty reading”.
  • Positive commands to struggle are unusual. Common negative forms include μη δυσκολεύεις τα πράγματα, “do not make things difficult”.

Δυσκολεύομαι να καταλάβω την ερώτηση.

I have difficulty understanding the question.

Η βροχή δυσκόλεψε τη μετακίνηση.

The rain made travel difficult.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δυσκολεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dyskoleuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /dyskoleuo/