Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μαγειρεύω — to cook

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

μαγειρεύω: core forms & usage

to cook

The perfective forms change -ευ- to -εψ-: μαγείρεψα, θα μαγειρέψω.

Μαγειρεύουμε μαζί την Κυριακή.

We cook together on Sunday.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iμαγειρεύω
you (singular)μαγειρεύεις
he / she / itμαγειρεύει
weμαγειρεύουμε, μαγειρεύομε
you (plural or polite)μαγειρεύετε
theyμαγειρεύουν, μαγειρεύουνε

Imperfect

PersonForms
Iμαγείρευα
you (singular)μαγείρευες
he / she / itμαγείρευε
weμαγειρεύαμε
you (plural or polite)μαγειρεύατε
theyμαγείρευαν, μαγειρεύαν, μαγειρεύανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iμαγείρεψα
you (singular)μαγείρεψες
he / she / itμαγείρεψε
weμαγειρέψαμε
you (plural or polite)μαγειρέψατε
theyμαγείρεψαν, μαγειρέψαν, μαγειρέψανε

Simple future

PersonForms
Iθα μαγειρέψω
you (singular)θα μαγειρέψεις
he / she / itθα μαγειρέψει
weθα μαγειρέψουμε, θα μαγειρέψομε
you (plural or polite)θα μαγειρέψετε
theyθα μαγειρέψουν, θα μαγειρέψουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Μαγειρεύω για την οικογένειά μου.

I am cooking for my family.

Μαγειρεύω means cook. Ετοιμάζω means prepare more generally: you can prepare food, a bag or a presentation. The two verbs overlap when talking about meals.

Compare the meanings: ετοιμάζω (etoimazo) — to prepare

μαγειρεύω means to cook. Passive forms normally refer to food being cooked.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μαγειρεύω μαγειρεύομαι
εσύ — you μαγειρεύεις μαγειρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαγειρεύει μαγειρεύεται
εμείς — we μαγειρεύουμε, μαγειρεύομε μαγειρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μαγειρεύετε μαγειρεύεστε, μαγειρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαγειρεύουν(ε) μαγειρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μαγείρευα μαγειρευόμουν(α)
εσύ — you μαγείρευες μαγειρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαγείρευε μαγειρευόταν(ε)
εμείς — we μαγειρεύαμε μαγειρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μαγειρεύατε μαγειρευόσαστε, μαγειρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε) μαγειρεύονταν, μαγειρευόντανε, μαγειρευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μαγείρεψα μαγειρεύτηκα
εσύ — you μαγείρεψες μαγειρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαγείρεψε μαγειρεύτηκε
εμείς — we μαγειρέψαμε μαγειρευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μαγειρέψατε μαγειρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαγείρεψαν, μαγειρέψαν(ε) μαγειρεύτηκαν, μαγειρευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μαγειρέψει έχω μαγειρευτεί
εσύ — you έχεις μαγειρέψει έχεις μαγειρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μαγειρέψει έχει μαγειρευτεί
εμείς — we έχουμε μαγειρέψει έχουμε μαγειρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μαγειρέψει έχετε μαγειρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μαγειρέψει έχουν μαγειρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μαγειρέψει είχα μαγειρευτεί
εσύ — you είχες μαγειρέψει είχες μαγειρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μαγειρέψει είχε μαγειρευτεί
εμείς — we είχαμε μαγειρέψει είχαμε μαγειρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μαγειρέψει είχατε μαγειρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μαγειρέψει είχαν μαγειρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μαγειρεύω θα μαγειρεύομαι
εσύ — you θα μαγειρεύεις θα μαγειρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαγειρεύει θα μαγειρεύεται
εμείς — we θα μαγειρεύουμε, θα μαγειρεύομε θα μαγειρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μαγειρεύετε θα μαγειρεύεστε, θα μαγειρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαγειρεύουν(ε) θα μαγειρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μαγειρέψω θα μαγειρευτώ
εσύ — you θα μαγειρέψεις θα μαγειρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαγειρέψει θα μαγειρευτεί
εμείς — we θα μαγειρέψουμε, θα μαγειρέψομε θα μαγειρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μαγειρέψετε θα μαγειρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαγειρέψουν(ε) θα μαγειρευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μαγειρέψει θα έχω μαγειρευτεί
εσύ — you θα έχεις μαγειρέψει θα έχεις μαγειρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μαγειρέψει θα έχει μαγειρευτεί
εμείς — we θα έχουμε μαγειρέψει θα έχουμε μαγειρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μαγειρέψει θα έχετε μαγειρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μαγειρέψει θα έχουν μαγειρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μαγειρεύω να μαγειρεύομαι
εσύ — you να μαγειρεύεις να μαγειρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαγειρεύει να μαγειρεύεται
εμείς — we να μαγειρεύουμε, να μαγειρεύομε να μαγειρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μαγειρεύετε να μαγειρεύεστε, να μαγειρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαγειρεύουν(ε) να μαγειρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μαγειρέψω να μαγειρευτώ
εσύ — you να μαγειρέψεις να μαγειρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαγειρέψει να μαγειρευτεί
εμείς — we να μαγειρέψουμε, να μαγειρέψομε να μαγειρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να μαγειρέψετε να μαγειρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαγειρέψουν(ε) να μαγειρευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μαγειρέψει να έχω μαγειρευτεί
εσύ — you να έχεις μαγειρέψει να έχεις μαγειρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μαγειρέψει να έχει μαγειρευτεί
εμείς — we να έχουμε μαγειρέψει να έχουμε μαγειρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μαγειρέψει να έχετε μαγειρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μαγειρέψει να έχουν μαγειρευτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: μαγείρευε / μαγειρεύετε.

Simple: μαγείρεψε (εσύ); μαγειρέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Personal passive forms require a suitable literal or figurative context; they do not mean “I cook”.

Μαγείρεψα φακές.

I cooked lentils.

Το φαγητό μαγειρεύεται.

The food is being cooked.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαγειρεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mageireuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /mageireuo/