Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
μαγειρεύω: core forms & usage
to cook
The perfective forms change -ευ- to -εψ-: μαγείρεψα, θα μαγειρέψω.
Μαγειρεύουμε μαζί την Κυριακή.
We cook together on Sunday.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | μαγειρεύω |
| you (singular) | μαγειρεύεις |
| he / she / it | μαγειρεύει |
| we | μαγειρεύουμε, μαγειρεύομε |
| you (plural or polite) | μαγειρεύετε |
| they | μαγειρεύουν, μαγειρεύουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | μαγείρευα |
| you (singular) | μαγείρευες |
| he / she / it | μαγείρευε |
| we | μαγειρεύαμε |
| you (plural or polite) | μαγειρεύατε |
| they | μαγείρευαν, μαγειρεύαν, μαγειρεύανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | μαγείρεψα |
| you (singular) | μαγείρεψες |
| he / she / it | μαγείρεψε |
| we | μαγειρέψαμε |
| you (plural or polite) | μαγειρέψατε |
| they | μαγείρεψαν, μαγειρέψαν, μαγειρέψανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα μαγειρέψω |
| you (singular) | θα μαγειρέψεις |
| he / she / it | θα μαγειρέψει |
| we | θα μαγειρέψουμε, θα μαγειρέψομε |
| you (plural or polite) | θα μαγειρέψετε |
| they | θα μαγειρέψουν, θα μαγειρέψουνε |
See this verb in use
Μαγειρεύω για την οικογένειά μου.
I am cooking for my family.
Μαγειρεύω means cook. Ετοιμάζω means prepare more generally: you can prepare food, a bag or a presentation. The two verbs overlap when talking about meals.
Compare the meanings: ετοιμάζω (etoimazo) — to prepare
μαγειρεύω means to cook. Passive forms normally refer to food being cooked.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μαγειρεύω | μαγειρεύομαι |
| εσύ — you | μαγειρεύεις | μαγειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μαγειρεύει | μαγειρεύεται |
| εμείς — we | μαγειρεύουμε, μαγειρεύομε | μαγειρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | μαγειρεύετε | μαγειρεύεστε, μαγειρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μαγειρεύουν(ε) | μαγειρεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μαγείρευα | μαγειρευόμουν(α) |
| εσύ — you | μαγείρευες | μαγειρευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μαγείρευε | μαγειρευόταν(ε) |
| εμείς — we | μαγειρεύαμε | μαγειρευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | μαγειρεύατε | μαγειρευόσαστε, μαγειρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε) | μαγειρεύονταν, μαγειρευόντανε, μαγειρευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μαγείρεψα | μαγειρεύτηκα |
| εσύ — you | μαγείρεψες | μαγειρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μαγείρεψε | μαγειρεύτηκε |
| εμείς — we | μαγειρέψαμε | μαγειρευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μαγειρέψατε | μαγειρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μαγείρεψαν, μαγειρέψαν(ε) | μαγειρεύτηκαν, μαγειρευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω μαγειρέψει | έχω μαγειρευτεί |
| εσύ — you | έχεις μαγειρέψει | έχεις μαγειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μαγειρέψει | έχει μαγειρευτεί |
| εμείς — we | έχουμε μαγειρέψει | έχουμε μαγειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μαγειρέψει | έχετε μαγειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μαγειρέψει | έχουν μαγειρευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα μαγειρέψει | είχα μαγειρευτεί |
| εσύ — you | είχες μαγειρέψει | είχες μαγειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μαγειρέψει | είχε μαγειρευτεί |
| εμείς — we | είχαμε μαγειρέψει | είχαμε μαγειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μαγειρέψει | είχατε μαγειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μαγειρέψει | είχαν μαγειρευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μαγειρεύω | θα μαγειρεύομαι |
| εσύ — you | θα μαγειρεύεις | θα μαγειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μαγειρεύει | θα μαγειρεύεται |
| εμείς — we | θα μαγειρεύουμε, θα μαγειρεύομε | θα μαγειρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μαγειρεύετε | θα μαγειρεύεστε, θα μαγειρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μαγειρεύουν(ε) | θα μαγειρεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μαγειρέψω | θα μαγειρευτώ |
| εσύ — you | θα μαγειρέψεις | θα μαγειρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μαγειρέψει | θα μαγειρευτεί |
| εμείς — we | θα μαγειρέψουμε, θα μαγειρέψομε | θα μαγειρευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μαγειρέψετε | θα μαγειρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μαγειρέψουν(ε) | θα μαγειρευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μαγειρέψει | θα έχω μαγειρευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις μαγειρέψει | θα έχεις μαγειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μαγειρέψει | θα έχει μαγειρευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε μαγειρέψει | θα έχουμε μαγειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μαγειρέψει | θα έχετε μαγειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μαγειρέψει | θα έχουν μαγειρευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μαγειρεύω | να μαγειρεύομαι |
| εσύ — you | να μαγειρεύεις | να μαγειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μαγειρεύει | να μαγειρεύεται |
| εμείς — we | να μαγειρεύουμε, να μαγειρεύομε | να μαγειρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μαγειρεύετε | να μαγειρεύεστε, να μαγειρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μαγειρεύουν(ε) | να μαγειρεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μαγειρέψω | να μαγειρευτώ |
| εσύ — you | να μαγειρέψεις | να μαγειρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μαγειρέψει | να μαγειρευτεί |
| εμείς — we | να μαγειρέψουμε, να μαγειρέψομε | να μαγειρευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μαγειρέψετε | να μαγειρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μαγειρέψουν(ε) | να μαγειρευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω μαγειρέψει | να έχω μαγειρευτεί |
| εσύ — you | να έχεις μαγειρέψει | να έχεις μαγειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μαγειρέψει | να έχει μαγειρευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε μαγειρέψει | να έχουμε μαγειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μαγειρέψει | να έχετε μαγειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μαγειρέψει | να έχουν μαγειρευτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μαγείρευε / μαγειρεύετε.
Simple: μαγείρεψε (εσύ); μαγειρέψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Personal passive forms require a suitable literal or figurative context; they do not mean “I cook”.
Μαγείρεψα φακές.
I cooked lentils.
Το φαγητό μαγειρεύεται.
The food is being cooked.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαγειρεύω.
https://moderngreekverbs.com/mageireuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.