Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μαγεύω — to enchant; to bewitch

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μαγεύω means to enchant, fascinate, or bewitch. μαγεύομαι means to be enchanted or captivated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μαγεύω μαγεύομαι
εσύ — you μαγεύεις μαγεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαγεύει μαγεύεται
εμείς — we μαγεύουμε, μαγεύομε μαγευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μαγεύετε μαγεύεστε, μαγευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαγεύουν(ε) μαγεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μάγευα μαγευόμουν(α)
εσύ — you μάγευες μαγευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μάγευε μαγευόταν(ε)
εμείς — we μαγεύαμε μαγευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μαγεύατε μαγευόσαστε, μαγευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μάγευαν, μαγεύαν(ε) μαγεύονταν, μαγευόντανε, μαγευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μάγεψα μαγεύτηκα
εσύ — you μάγεψες μαγεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μάγεψε μαγεύτηκε
εμείς — we μαγέψαμε μαγευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μαγέψατε μαγευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μάγεψαν, μαγέψαν(ε) μαγεύτηκαν, μαγευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μαγέψει έχω μαγευτεί
εσύ — you έχεις μαγέψει έχεις μαγευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μαγέψει έχει μαγευτεί
εμείς — we έχουμε μαγέψει έχουμε μαγευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μαγέψει έχετε μαγευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μαγέψει έχουν μαγευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μαγέψει είχα μαγευτεί
εσύ — you είχες μαγέψει είχες μαγευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μαγέψει είχε μαγευτεί
εμείς — we είχαμε μαγέψει είχαμε μαγευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μαγέψει είχατε μαγευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μαγέψει είχαν μαγευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μαγεύω θα μαγεύομαι
εσύ — you θα μαγεύεις θα μαγεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαγεύει θα μαγεύεται
εμείς — we θα μαγεύουμε, θα μαγεύομε θα μαγευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μαγεύετε θα μαγεύεστε, θα μαγευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαγεύουν(ε) θα μαγεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μαγέψω θα μαγευτώ
εσύ — you θα μαγέψεις θα μαγευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαγέψει θα μαγευτεί
εμείς — we θα μαγέψουμε, θα μαγέψομε θα μαγευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μαγέψετε θα μαγευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαγέψουν(ε) θα μαγευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μαγέψει θα έχω μαγευτεί
εσύ — you θα έχεις μαγέψει θα έχεις μαγευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μαγέψει θα έχει μαγευτεί
εμείς — we θα έχουμε μαγέψει θα έχουμε μαγευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μαγέψει θα έχετε μαγευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μαγέψει θα έχουν μαγευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μαγεύω να μαγεύομαι
εσύ — you να μαγεύεις να μαγεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαγεύει να μαγεύεται
εμείς — we να μαγεύουμε, να μαγεύομε να μαγευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μαγεύετε να μαγεύεστε, να μαγευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαγεύουν(ε) να μαγεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μαγέψω να μαγευτώ
εσύ — you να μαγέψεις να μαγευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαγέψει να μαγευτεί
εμείς — we να μαγέψουμε, να μαγέψομε να μαγευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να μαγέψετε να μαγευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαγέψουν(ε) να μαγευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μαγέψει να έχω μαγευτεί
εσύ — you να έχεις μαγέψει να έχεις μαγευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μαγέψει να έχει μαγευτεί
εμείς — we να έχουμε μαγέψει να έχουμε μαγευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μαγέψει να έχετε μαγευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μαγέψει να έχουν μαγευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μάγευε μαγεύετε — μαγεύεστε
Simple μάγεψε μαγέψτε μαγέψου μαγευτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The participle μαγεμένος describes an enchanted or captivated state.

Η μουσική με μάγεψε.

The music enchanted me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαγεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mageuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /mageuo/