Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γιατρεύω — to heal; to cure

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γιατρεύω — to heal; to cure.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γιατρεύω γιατρεύομαι
εσύ — you γιατρεύεις γιατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γιατρεύει γιατρεύεται
εμείς — we γιατρεύουμε, γιατρεύομε γιατρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γιατρεύετε γιατρεύεστε, γιατρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γιατρεύουν(ε) γιατρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γιάτρευα γιατρευόμουν(α)
εσύ — you γιάτρευες γιατρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γιάτρευε γιατρευότανε
εμείς — we γιατρεύαμε γιατρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γιατρεύατε γιατρευόσαστε, γιατρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γιάτρευαν, γιατρεύαν(ε) γιατρεύονταν, γιατρευόντανε, γιατρευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γιάτρεψα γιατρεύτηκα
εσύ — you γιάτρεψες γιατρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γιάτρεψε γιατρεύτηκε
εμείς — we γιατρέψαμε γιατρευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γιατρέψατε γιατρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γιάτρεψαν, γιατρέψαν(ε) γιατρεύτηκαν, γιατρευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γιατρέψει έχω γιατρευτεί
εσύ — you έχεις γιατρέψει έχεις γιατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γιατρέψει έχει γιατρευτεί
εμείς — we έχουμε γιατρέψει έχουμε γιατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γιατρέψει έχετε γιατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γιατρέψει έχουν γιατρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γιατρέψει είχα γιατρευτεί
εσύ — you είχες γιατρέψει είχες γιατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γιατρέψει είχε γιατρευτεί
εμείς — we είχαμε γιατρέψει είχαμε γιατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γιατρέψει είχατε γιατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γιατρέψει είχαν γιατρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γιατρεύω θα γιατρεύομαι
εσύ — you θα γιατρεύεις θα γιατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γιατρεύει θα γιατρεύεται
εμείς — we θα γιατρεύουμε, θα γιατρεύομε θα γιατρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γιατρεύετε θα γιατρεύεστε, θα γιατρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γιατρεύουν(ε) θα γιατρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γιατρέψω θα γιατρευτώ
εσύ — you θα γιατρέψεις θα γιατρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γιατρέψει θα γιατρευτεί
εμείς — we θα γιατρέψουμε, θα γιατρέψομε θα γιατρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γιατρέψετε θα γιατρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γιατρέψουν(ε) θα γιατρευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γιατρέψει θα έχω γιατρευτεί
εσύ — you θα έχεις γιατρέψει θα έχεις γιατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γιατρέψει θα έχει γιατρευτεί
εμείς — we θα έχουμε γιατρέψει θα έχουμε γιατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γιατρέψει θα έχετε γιατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γιατρέψει θα έχουν γιατρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γιατρεύω να γιατρεύομαι
εσύ — you να γιατρεύεις να γιατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γιατρεύει να γιατρεύεται
εμείς — we να γιατρεύουμε να γιατρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γιατρεύετε να γιατρεύεστε, να γιατρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γιατρεύουν να γιατρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γιατρέψω να γιατρευτώ
εσύ — you να γιατρέψεις να γιατρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γιατρέψει να γιατρευτεί
εμείς — we να γιατρέψουμε να γιατρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να γιατρέψετε να γιατρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γιατρέψουν να γιατρευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γιατρέψει να έχω γιατρευτεί
εσύ — you να έχεις γιατρέψει να έχεις γιατρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γιατρέψει να έχει γιατρευτεί
εμείς — we να έχουμε γιατρέψει να έχουμε γιατρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γιατρέψει να έχετε γιατρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γιατρέψει να έχουν γιατρευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γιάτρευε γιατρεύετε — —
Simple γιάτρεψε γιατρέψτε γιατρέψου γιατρευτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γιατρεύω means to heal or cure; γιατρεύομαι can mean to recover or be cured.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η πληγή γιατρεύτηκε.

The wound healed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γιατρεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/giatreuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /giatreuo/