δωροδοκώ (dorodoko) — to bribe

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δωροδοκώ means to bribe. δωροδοκούμαι means to be bribed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δωροδοκώ δωροδοκούμαι
εσύ — you δωροδοκείς δωροδοκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δωροδοκεί δωροδοκείται
εμείς — we δωροδοκούμε δωροδοκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) δωροδοκείτε δωροδοκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δωροδοκούν(ε) δωροδοκούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δωροδοκούσα δωροδοκούμουν
εσύ — you δωροδοκούσες δωροδοκούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δωροδοκούσε δωροδοκούνταν, δωροδοκείτο
εμείς — we δωροδοκούσαμε δωροδοκούμασταν
εσείς — you (plural / polite) δωροδοκούσατε δωροδοκούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δωροδοκούσαν(ε) δωροδοκούνταν, δωροδοκούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δωροδόκησα δωροδοκήθηκα
εσύ — you δωροδόκησες δωροδοκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δωροδόκησε δωροδοκήθηκε
εμείς — we δωροδοκήσαμε δωροδοκηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δωροδοκήσατε δωροδοκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δωροδόκησαν, δωροδοκήσαν(ε) δωροδοκήθηκαν, δωροδοκηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δωροδοκήσει έχω δωροδοκηθεί
εσύ — you έχεις δωροδοκήσει έχεις δωροδοκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δωροδοκήσει έχει δωροδοκηθεί
εμείς — we έχουμε δωροδοκήσει έχουμε δωροδοκηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δωροδοκήσει έχετε δωροδοκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δωροδοκήσει έχουν δωροδοκηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δωροδοκήσει είχα δωροδοκηθεί
εσύ — you είχες δωροδοκήσει είχες δωροδοκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δωροδοκήσει είχε δωροδοκηθεί
εμείς — we είχαμε δωροδοκήσει είχαμε δωροδοκηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δωροδοκήσει είχατε δωροδοκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δωροδοκήσει είχαν δωροδοκηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δωροδοκώ θα δωροδοκούμαι
εσύ — you θα δωροδοκείς θα δωροδοκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δωροδοκεί θα δωροδοκείται
εμείς — we θα δωροδοκούμε θα δωροδοκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δωροδοκείτε θα δωροδοκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δωροδοκούν(ε) θα δωροδοκούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δωροδοκήσω θα δωροδοκηθώ
εσύ — you θα δωροδοκήσεις θα δωροδοκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δωροδοκήσει θα δωροδοκηθεί
εμείς — we θα δωροδοκήσουμε θα δωροδοκηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δωροδοκήσετε θα δωροδοκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δωροδοκήσουν(ε) θα δωροδοκηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δωροδοκήσει θα έχω δωροδοκηθεί
εσύ — you θα έχεις δωροδοκήσει θα έχεις δωροδοκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δωροδοκήσει θα έχει δωροδοκηθεί
εμείς — we θα έχουμε δωροδοκήσει θα έχουμε δωροδοκηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δωροδοκήσει θα έχετε δωροδοκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δωροδοκήσει θα έχουν δωροδοκηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δωροδοκώ να δωροδοκούμαι
εσύ — you να δωροδοκείς να δωροδοκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δωροδοκεί να δωροδοκείται
εμείς — we να δωροδοκούμε να δωροδοκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δωροδοκείτε να δωροδοκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δωροδοκούν(ε) να δωροδοκούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δωροδοκήσω να δωροδοκηθώ
εσύ — you να δωροδοκήσεις να δωροδοκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δωροδοκήσει να δωροδοκηθεί
εμείς — we να δωροδοκήσουμε, να δωροδοκήσομε να δωροδοκηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δωροδοκήσετε να δωροδοκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δωροδοκήσουν(ε) να δωροδοκηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δωροδοκήσει να έχω δωροδοκηθεί
εσύ — you να έχεις δωροδοκήσει να έχεις δωροδοκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δωροδοκήσει να έχει δωροδοκηθεί
εμείς — we να έχουμε δωροδοκήσει να έχουμε δωροδοκηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δωροδοκήσει να έχετε δωροδοκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δωροδοκήσει να έχουν δωροδοκηθεί

Imperative · Προστακτική

For an ongoing action, να δωροδοκείς / να δωροδοκείτε can be used. These command forms are shown as grammar, not as ordinary requests.

Simple: δωροδόκησε (εσύ); δωροδοκήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • δωροδοκημένος, -η, -ο describes someone who has been bribed; δωροδοκούμενος, -η, -ο means being bribed.
  • The ordinary passive imperfect endings include δωροδοκούμουν, δωροδοκούσουν and δωροδοκούμασταν.

Κατηγορήθηκε ότι δωροδόκησε έναν υπάλληλο.

He was accused of bribing an official.

Ο υπάλληλος αρνήθηκε ότι είχε δωροδοκηθεί.

The official denied having been bribed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δωροδοκώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dorodoko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /dorodoko/