δωρίζω (dorizo) — to give as a gift; to donate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δωρίζω means to give as a gift or donate. It is more specific than the general verb δίνω, “give”. δωρίζομαι means to be given as a gift or donated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δωρίζω δωρίζομαι
εσύ — you δωρίζεις δωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δωρίζει δωρίζεται
εμείς — we δωρίζουμε, δωρίζομε δωριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δωρίζετε δωρίζεστε, δωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δωρίζουν(ε) δωρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δώριζα δωριζόμουν(α)
εσύ — you δώριζες δωριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δώριζε δωριζόταν(ε)
εμείς — we δωρίζαμε δωριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δωρίζατε δωριζόσαστε, δωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δώριζαν, δωρίζαν(ε) δωρίζονταν, δωριζόντανε, δωριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δώρισα δωρίστηκα
εσύ — you δώρισες δωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δώρισε δωρίστηκε
εμείς — we δωρίσαμε δωριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δωρίσατε δωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δώρισαν, δωρίσαν(ε) δωρίστηκαν, δωριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δωρίσει έχω δωριστεί
εσύ — you έχεις δωρίσει έχεις δωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δωρίσει έχει δωριστεί
εμείς — we έχουμε δωρίσει έχουμε δωριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δωρίσει έχετε δωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δωρίσει έχουν δωριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δωρίσει είχα δωριστεί
εσύ — you είχες δωρίσει είχες δωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δωρίσει είχε δωριστεί
εμείς — we είχαμε δωρίσει είχαμε δωριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δωρίσει είχατε δωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δωρίσει είχαν δωριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δωρίζω θα δωρίζομαι
εσύ — you θα δωρίζεις θα δωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δωρίζει θα δωρίζεται
εμείς — we θα δωρίζουμε, θα δωρίζομε θα δωριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δωρίζετε θα δωρίζεστε, θα δωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δωρίζουν(ε) θα δωρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δωρίσω θα δωριστώ
εσύ — you θα δωρίσεις θα δωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δωρίσει θα δωριστεί
εμείς — we θα δωρίσουμε, θα δωρίσομε θα δωριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δωρίσετε θα δωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δωρίσουν(ε) θα δωριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δωρίσει θα έχω δωριστεί
εσύ — you θα έχεις δωρίσει θα έχεις δωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δωρίσει θα έχει δωριστεί
εμείς — we θα έχουμε δωρίσει θα έχουμε δωριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δωρίσει θα έχετε δωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δωρίσει θα έχουν δωριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δωρίζω να δωρίζομαι
εσύ — you να δωρίζεις να δωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δωρίζει να δωρίζεται
εμείς — we να δωρίζουμε, να δωρίζομε να δωριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δωρίζετε να δωρίζεστε, να δωριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δωρίζουν(ε) να δωρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δωρίσω να δωριστώ
εσύ — you να δωρίσεις να δωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δωρίσει να δωριστεί
εμείς — we να δωρίσουμε, να δωρίσομε να δωριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δωρίσετε να δωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δωρίσουν(ε) να δωριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δωρίσει να έχω δωριστεί
εσύ — you να έχεις δωρίσει να έχεις δωριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δωρίσει να έχει δωριστεί
εμείς — we να έχουμε δωρίσει να έχουμε δωριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δωρίσει να έχετε δωριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δωρίσει να έχουν δωριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δώριζε δωρίζετε — —
Simple δώρισε δωρίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The stem is written with ω throughout: δωρίζω, δώρισα, έχω δωρίσει, δωρίστηκα, δωρισμένος.
  • δωρισμένος, -η, -ο describes something given or donated. Personal passive forms and commands require a suitable context.

Δώρισε τα βιβλία του στη βιβλιοθήκη.

He donated his books to the library.

Το κτίριο δωρίστηκε στον δήμο.

The building was donated to the municipality.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δωρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /dorizo/