Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
See this verb in use
Δοκιμάζω τα παπούτσια πριν τα αγοράσω.
I am trying on the shoes before buying them.
Δοκιμάζω means try or test something, including tasting food or trying on clothes. Προσπαθώ means make an effort to do something: προσπαθώ να μάθω, I try to learn.
Compare the meanings: προσπαθώ (prospatho) — to try
δοκιμάζω means to try, test, taste food or try on clothing. δοκιμάζομαι means to be tested or undergo hardship.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δοκιμάζω | δοκιμάζομαι |
| εσύ — you | δοκιμάζεις | δοκιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δοκιμάζει | δοκιμάζεται |
| εμείς — we | δοκιμάζουμε, δοκιμάζομε | δοκιμαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δοκιμάζετε | δοκιμάζεστε, δοκιμαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δοκιμάζουν(ε) | δοκιμάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δοκίμαζα | δοκιμαζόμουνα |
| εσύ — you | δοκίμαζες | δοκιμαζόσουνα |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δοκίμαζε | δοκιμαζότανε |
| εμείς — we | δοκιμάζαμε | δοκιμαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δοκιμάζατε | δοκιμαζόσαστε, δοκιμαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δοκίμαζαν, δοκιμάζαν(ε) | δοκιμάζονταν, δοκιμαζόντανε, δοκιμαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δοκίμασα | δοκιμάστηκα |
| εσύ — you | δοκίμασες | δοκιμάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δοκίμασε | δοκιμάστηκε |
| εμείς — we | δοκιμάσαμε | δοκιμαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δοκιμάσατε | δοκιμαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δοκίμασαν, δοκιμάσαν(ε) | δοκιμάστηκαν, δοκιμαστήκανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δοκιμάσει | έχω δοκιμαστεί |
| εσύ — you | έχεις δοκιμάσει | έχεις δοκιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δοκιμάσει | έχει δοκιμαστεί |
| εμείς — we | έχουμε δοκιμάσει | έχουμε δοκιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δοκιμάσει | έχετε δοκιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δοκιμάσει | έχουν δοκιμαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δοκιμάσει | είχα δοκιμαστεί |
| εσύ — you | είχες δοκιμάσει | είχες δοκιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δοκιμάσει | είχε δοκιμαστεί |
| εμείς — we | είχαμε δοκιμάσει | είχαμε δοκιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δοκιμάσει | είχατε δοκιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δοκιμάσει | είχαν δοκιμαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δοκιμάζω | θα δοκιμάζομαι |
| εσύ — you | θα δοκιμάζεις | θα δοκιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δοκιμάζει | θα δοκιμάζεται |
| εμείς — we | θα δοκιμάζουμε, θα δοκιμάζομε | θα δοκιμαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δοκιμάζετε | θα δοκιμάζεστε, θα δοκιμαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δοκιμάζουν(ε) | θα δοκιμάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δοκιμάσω | θα δοκιμαστώ |
| εσύ — you | θα δοκιμάσεις | θα δοκιμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δοκιμάσει | θα δοκιμαστεί |
| εμείς — we | θα δοκιμάσουμε, θα δοκιμάσομε | θα δοκιμαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δοκιμάσετε | θα δοκιμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δοκιμάσουν(ε) | θα δοκιμαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δοκιμάσει | θα έχω δοκιμαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις δοκιμάσει | θα έχεις δοκιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δοκιμάσει | θα έχει δοκιμαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δοκιμάσει | θα έχουμε δοκιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δοκιμάσει | θα έχετε δοκιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δοκιμάσει | θα έχουν δοκιμαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δοκιμάζω | να δοκιμάζομαι |
| εσύ — you | να δοκιμάζεις | να δοκιμάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δοκιμάζει | να δοκιμάζεται |
| εμείς — we | να δοκιμάζουμε, να δοκιμάζομε | να δοκιμαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δοκιμάζετε | να δοκιμάζεστε, να δοκιμαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δοκιμάζουν(ε) | να δοκιμάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δοκιμάσω | να δοκιμαστώ |
| εσύ — you | να δοκιμάσεις | να δοκιμαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δοκιμάσει | να δοκιμαστεί |
| εμείς — we | να δοκιμάσουμε, να δοκιμάσομε | να δοκιμαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δοκιμάσετε | να δοκιμαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δοκιμάσουν | να δοκιμαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δοκιμάσει | να έχω δοκιμαστεί |
| εσύ — you | να έχεις δοκιμάσει | να έχεις δοκιμαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δοκιμάσει | να έχει δοκιμαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε δοκιμάσει | να έχουμε δοκιμαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δοκιμάσει | να έχετε δοκιμαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δοκιμάσει | να έχουν δοκιμαστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | δοκίμαζε | δοκιμάζετε | — | δοκιμάζεστε |
| Simple | δοκίμασε | δοκιμάστε | δοκιμάσου | δοκιμαστείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- δοκιμασμένος, -η, -ο means tested, tried or experienced. Passive commands such as δοκιμάσου can mean “put yourself to the test” in a suitable context.
- For “try to do something”, προσπαθώ να … is often the clearest verb. δοκιμάζω focuses on trying something out to see the result.
Δοκίμασε τη σούπα.
Taste the soup.
Δοκίμασα το σακάκι πριν το αγοράσω.
I tried on the jacket before buying it.
Η υπομονή μας δοκιμάστηκε.
Our patience was tested.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δοκιμάζω.
https://moderngreekverbs.com/dokimazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.