Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δοκιμάζω — to try on/out

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Δοκιμάζω τα παπούτσια πριν τα αγοράσω.

I am trying on the shoes before buying them.

Δοκιμάζω means try or test something, including tasting food or trying on clothes. Προσπαθώ means make an effort to do something: προσπαθώ να μάθω, I try to learn.

Compare the meanings: προσπαθώ (prospatho) — to try

δοκιμάζω means to try, test, taste food or try on clothing. δοκιμάζομαι means to be tested or undergo hardship.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δοκιμάζω δοκιμάζομαι
εσύ — you δοκιμάζεις δοκιμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δοκιμάζει δοκιμάζεται
εμείς — we δοκιμάζουμε, δοκιμάζομε δοκιμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δοκιμάζετε δοκιμάζεστε, δοκιμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δοκιμάζουν(ε) δοκιμάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δοκίμαζα δοκιμαζόμουνα
εσύ — you δοκίμαζες δοκιμαζόσουνα
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δοκίμαζε δοκιμαζότανε
εμείς — we δοκιμάζαμε δοκιμαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δοκιμάζατε δοκιμαζόσαστε, δοκιμαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δοκίμαζαν, δοκιμάζαν(ε) δοκιμάζονταν, δοκιμαζόντανε, δοκιμαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δοκίμασα δοκιμάστηκα
εσύ — you δοκίμασες δοκιμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δοκίμασε δοκιμάστηκε
εμείς — we δοκιμάσαμε δοκιμαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δοκιμάσατε δοκιμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δοκίμασαν, δοκιμάσαν(ε) δοκιμάστηκαν, δοκιμαστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δοκιμάσει έχω δοκιμαστεί
εσύ — you έχεις δοκιμάσει έχεις δοκιμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δοκιμάσει έχει δοκιμαστεί
εμείς — we έχουμε δοκιμάσει έχουμε δοκιμαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δοκιμάσει έχετε δοκιμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δοκιμάσει έχουν δοκιμαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δοκιμάσει είχα δοκιμαστεί
εσύ — you είχες δοκιμάσει είχες δοκιμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δοκιμάσει είχε δοκιμαστεί
εμείς — we είχαμε δοκιμάσει είχαμε δοκιμαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δοκιμάσει είχατε δοκιμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δοκιμάσει είχαν δοκιμαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δοκιμάζω θα δοκιμάζομαι
εσύ — you θα δοκιμάζεις θα δοκιμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δοκιμάζει θα δοκιμάζεται
εμείς — we θα δοκιμάζουμε, θα δοκιμάζομε θα δοκιμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δοκιμάζετε θα δοκιμάζεστε, θα δοκιμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δοκιμάζουν(ε) θα δοκιμάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δοκιμάσω θα δοκιμαστώ
εσύ — you θα δοκιμάσεις θα δοκιμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δοκιμάσει θα δοκιμαστεί
εμείς — we θα δοκιμάσουμε, θα δοκιμάσομε θα δοκιμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δοκιμάσετε θα δοκιμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δοκιμάσουν(ε) θα δοκιμαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δοκιμάσει θα έχω δοκιμαστεί
εσύ — you θα έχεις δοκιμάσει θα έχεις δοκιμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δοκιμάσει θα έχει δοκιμαστεί
εμείς — we θα έχουμε δοκιμάσει θα έχουμε δοκιμαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δοκιμάσει θα έχετε δοκιμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δοκιμάσει θα έχουν δοκιμαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δοκιμάζω να δοκιμάζομαι
εσύ — you να δοκιμάζεις να δοκιμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δοκιμάζει να δοκιμάζεται
εμείς — we να δοκιμάζουμε, να δοκιμάζομε να δοκιμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δοκιμάζετε να δοκιμάζεστε, να δοκιμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δοκιμάζουν(ε) να δοκιμάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δοκιμάσω να δοκιμαστώ
εσύ — you να δοκιμάσεις να δοκιμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δοκιμάσει να δοκιμαστεί
εμείς — we να δοκιμάσουμε, να δοκιμάσομε να δοκιμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δοκιμάσετε να δοκιμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δοκιμάσουν να δοκιμαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δοκιμάσει να έχω δοκιμαστεί
εσύ — you να έχεις δοκιμάσει να έχεις δοκιμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δοκιμάσει να έχει δοκιμαστεί
εμείς — we να έχουμε δοκιμάσει να έχουμε δοκιμαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δοκιμάσει να έχετε δοκιμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δοκιμάσει να έχουν δοκιμαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δοκίμαζε δοκιμάζετε — δοκιμάζεστε
Simple δοκίμασε δοκιμάστε δοκιμάσου δοκιμαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • δοκιμασμένος, -η, -ο means tested, tried or experienced. Passive commands such as δοκιμάσου can mean “put yourself to the test” in a suitable context.
  • For “try to do something”, προσπαθώ να … is often the clearest verb. δοκιμάζω focuses on trying something out to see the result.

Δοκίμασε τη σούπα.

Taste the soup.

Δοκίμασα το σακάκι πριν το αγοράσω.

I tried on the jacket before buying it.

Η υπομονή μας δοκιμάστηκε.

Our patience was tested.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δοκιμάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dokimazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dokimazo/