Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
See this verb in use
Κατεβάζω το αρχείο στον υπολογιστή μου.
I am downloading the file to my computer.
Κατεβάζω can mean bring something down or download. Compare ανεβάζω ένα αρχείο, upload a file, with κατεβάζω ένα αρχείο, download a file.
Compare the meanings: κατεβαίνω (katebaino) — to go down; to get off · ανεβάζω (anebazo) — to raise, take up, upload
κατεβάζω — to bring down; to download.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | κατεβάζω |
| εσύ — you | κατεβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κατεβάζει |
| εμείς — we | κατεβάζουμε, κατεβάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | κατεβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κατεβάζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | κατέβαζα |
| εσύ — you | κατέβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κατέβαζε |
| εμείς — we | κατεβάζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | κατεβάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κατέβαζαν, κατεβάζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | κατέβασα |
| εσύ — you | κατέβασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κατέβασε |
| εμείς — we | κατεβάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | κατεβάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κατέβασαν, κατεβάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω κατεβάσει |
| εσύ — you | έχεις κατεβάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει κατεβάσει |
| εμείς — we | έχουμε κατεβάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε κατεβάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν κατεβάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα κατεβάσει |
| εσύ — you | είχες κατεβάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε κατεβάσει |
| εμείς — we | είχαμε κατεβάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε κατεβάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν κατεβάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα κατεβάζω |
| εσύ — you | θα κατεβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα κατεβάζει |
| εμείς — we | θα κατεβάζουμε, θα κατεβάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα κατεβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα κατεβάζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα κατεβάσω |
| εσύ — you | θα κατεβάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα κατεβάσει |
| εμείς — we | θα κατεβάσουμε, θα κατεβάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα κατεβάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα κατεβάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω κατεβάσει |
| εσύ — you | θα έχεις κατεβάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει κατεβάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε κατεβάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε κατεβάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν κατεβάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να κατεβάζω |
| εσύ — you | να κατεβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να κατεβάζει |
| εμείς — we | να κατεβάζουμε, να κατεβάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να κατεβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να κατεβάζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να κατεβάσω |
| εσύ — you | να κατεβάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να κατεβάσει |
| εμείς — we | να κατεβάσουμε, να κατεβάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να κατεβάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να κατεβάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω κατεβάσει |
| εσύ — you | να έχεις κατεβάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει κατεβάσει |
| εμείς — we | να έχουμε κατεβάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε κατεβάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν κατεβάσει |
Imperative · Προστακτική
κατέβαζε / κατεβάζετε
Simple: κατέβασε (εσύ); κατεβάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Κατεβάζω takes an object: bring something down, lower it, or download a file. Κατεβαίνω means to go down oneself.
Κατέβασα το αρχείο.
I downloaded the file.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατεβάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katebazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/katebazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →