Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
διστάζω means to hesitate or be reluctant, often followed by να + a verb.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | διστάζω |
| εσύ — you | διστάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διστάζει |
| εμείς — we | διστάζουμε, διστάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | διστάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διστάζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δίσταζα |
| εσύ — you | δίσταζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δίσταζε |
| εμείς — we | διστάζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διστάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δίσταζαν, διστάζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δίστασα |
| εσύ — you | δίστασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δίστασε |
| εμείς — we | διστάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διστάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δίστασαν, διστάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω διστάσει |
| εσύ — you | έχεις διστάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει διστάσει |
| εμείς — we | έχουμε διστάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε διστάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν διστάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα διστάσει |
| εσύ — you | είχες διστάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε διστάσει |
| εμείς — we | είχαμε διστάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε διστάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν διστάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα διστάζω |
| εσύ — you | θα διστάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διστάζει |
| εμείς — we | θα διστάζουμε, θα διστάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διστάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διστάζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα διστάσω |
| εσύ — you | θα διστάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διστάσει |
| εμείς — we | θα διστάσουμε, θα διστάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διστάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διστάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω διστάσει |
| εσύ — you | θα έχεις διστάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει διστάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε διστάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε διστάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν διστάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να διστάζω |
| εσύ — you | να διστάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διστάζει |
| εμείς — we | να διστάζουμε, να διστάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διστάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διστάζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να διστάσω |
| εσύ — you | να διστάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διστάσει |
| εμείς — we | να διστάσουμε, να διστάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διστάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διστάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω διστάσει |
| εσύ — you | να έχεις διστάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει διστάσει |
| εμείς — we | να έχουμε διστάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε διστάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν διστάσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous forms are δίσταζε / διστάζετε. Positive commands are uncommon; μη διστάζεις / μη διστάζετε is a frequent invitation to act.
Simple: δίστασε (εσύ); διστάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This is intransitive, with no ordinary passive paradigm.
- διστάζοντας means hesitating; έχοντας διστάσει refers to an earlier act of hesitation.
- Use μη διστάσεις / μη διστάσετε for a particular occasion and μη διστάζεις / μη διστάζετε for a general or continuing invitation.
Μη διστάσετε να ρωτήσετε.
Do not hesitate to ask.
Δίστασα πριν απαντήσω.
I hesitated before answering.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διστάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/distazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/distazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.