διψάω (dipsao) — to be thirsty

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διψάω / διψώ means to be thirsty. It also expresses a strong desire for something, often with για.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διψάω, διψώ
εσύ — you διψάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διψάει, διψά
εμείς — we διψάμε, διψούμε
εσείς — you (plural / polite) διψάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διψάν(ε), διψούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διψούσα, δίψαγα
εσύ — you διψούσες, δίψαγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διψούσε, δίψαγε
εμείς — we διψούσαμε, διψάγαμε
εσείς — you (plural / polite) διψούσατε, διψάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διψούσαν(ε), δίψαγαν, διψάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δίψασα
εσύ — you δίψασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίψασε
εμείς — we διψάσαμε
εσείς — you (plural / polite) διψάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίψασαν, διψάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω διψάσει
εσύ — you έχεις διψάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διψάσει
εμείς — we έχουμε διψάσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε διψάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διψάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα διψάσει
εσύ — you είχες διψάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διψάσει
εμείς — we είχαμε διψάσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε διψάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διψάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διψάω, θα διψώ
εσύ — you θα διψάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διψάει, θα διψά
εμείς — we θα διψάμε, θα διψούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διψάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διψάν(ε), θα διψούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διψάσω
εσύ — you θα διψάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διψάσει
εμείς — we θα διψάσουμε, θα διψάσομε
εσείς — you (plural / polite) θα διψάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διψάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω διψάσει
εσύ — you θα έχεις διψάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διψάσει
εμείς — we θα έχουμε διψάσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διψάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διψάσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διψάω, να διψώ
εσύ — you να διψάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διψάει, να διψά
εμείς — we να διψάμε, να διψούμε
εσείς — you (plural / polite) να διψάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διψάν(ε), να διψούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διψάσω
εσύ — you να διψάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διψάσει
εμείς — we να διψάσουμε, να διψάσομε
εσείς — you (plural / polite) να διψάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διψάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω διψάσει
εσύ — you να έχεις διψάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διψάσει
εμείς — we να έχουμε διψάσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διψάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διψάσει

Imperative · Προστακτική

Grammatical command forms include δίψα / διψάτε (continuous) and δίψασε / διψάστε (simple), but telling someone to be thirsty is unusual. They occur chiefly in figurative or literary contexts.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This is normally intransitive, with no ordinary passive paradigm.
  • διψασμένος, -η, -ο is an adjective meaning thirsty: είμαι διψασμένος / διψασμένη. It describes a state; έχω διψάσει describes having become or been thirsty.
  • διψώντας is the present adverbial participle; έχοντας διψάσει expresses an earlier completed event.

Διψάω. Μπορώ να έχω λίγο νερό;

I am thirsty. May I have some water?

Διψάει για γνώση.

She thirsts for knowledge.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διψώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dipsao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /dipsao/