Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαμογελάω / χαμογελώ — to smile.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χαμογελάω, χαμογελώ |
| εσύ — you | χαμογελάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαμογελάει, χαμογελά |
| εμείς — we | χαμογελάμε, χαμογελούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαμογελάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαμογελάν(ε), χαμογελούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χαμογελούσα, χαμογέλαγα |
| εσύ — you | χαμογελούσες, χαμογέλαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαμογελούσε, χαμογέλαγε |
| εμείς — we | χαμογελούσαμε, χαμογελάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαμογελούσατε, χαμογελάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαμογελούσαν(ε), χαμογέλαγαν, χαμογελάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χαμογέλασα |
| εσύ — you | χαμογέλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαμογέλασε |
| εμείς — we | χαμογελάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαμογελάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαμογέλασαν, χαμογελάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω χαμογελάσει |
| εσύ — you | έχεις χαμογελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαμογελάσει |
| εμείς — we | έχουμε χαμογελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαμογελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαμογελάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα χαμογελάσει |
| εσύ — you | είχες χαμογελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαμογελάσει |
| εμείς — we | είχαμε χαμογελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαμογελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαμογελάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χαμογελάω, θα χαμογελώ |
| εσύ — you | θα χαμογελάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαμογελάει, θα χαμογελά |
| εμείς — we | θα χαμογελάμε, θα χαμογελούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαμογελάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαμογελάν(ε), θα χαμογελούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χαμογελάσω |
| εσύ — you | θα χαμογελάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαμογελάσει |
| εμείς — we | θα χαμογελάσουμε, θα χαμογελάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαμογελάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαμογελάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαμογελάσει |
| εσύ — you | θα έχεις χαμογελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαμογελάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε χαμογελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαμογελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαμογελάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χαμογελάω, να χαμογελώ |
| εσύ — you | να χαμογελάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαμογελάει, να χαμογελά |
| εμείς — we | να χαμογελάμε, να χαμογελούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαμογελάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαμογελάν(ε), να χαμογελούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χαμογελάσω |
| εσύ — you | να χαμογελάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαμογελάσει |
| εμείς — we | να χαμογελάσουμε, να χαμογελάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαμογελάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαμογελάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαμογελάσει |
| εσύ — you | να έχεις χαμογελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαμογελάσει |
| εμείς — we | να έχουμε χαμογελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαμογελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαμογελάσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χαμογέλα (εσύ), χαμογελάτε (εσείς).
Simple: χαμογέλασε (εσύ); χαμογελάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Usually used intransitively or with σε for the person smiled at. χαμογελαστός, -ή, -ό means smiling or cheerful.
Μου χαμογέλασε όταν με είδε.
She smiled at me when she saw me.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαμογελώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xamogelao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xamogelao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.