Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαλάω / χαλώ — to spoil; break down; ruin.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χαλάω, χαλώ |
| εσύ — you | χαλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαλάει, χαλά |
| εμείς — we | χαλάμε, χαλούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαλάν(ε), χαλούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χαλούσα, χάλαγα |
| εσύ — you | χαλούσες, χάλαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαλούσε, χάλαγε |
| εμείς — we | χαλούσαμε, χαλάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαλούσατε, χαλάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαλούσαν(ε), χάλαγαν, χαλάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χάλασα |
| εσύ — you | χάλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάλασε |
| εμείς — we | χαλάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαλάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάλασαν, χαλάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω χαλάσει |
| εσύ — you | έχεις χαλάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαλάσει |
| εμείς — we | έχουμε χαλάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαλάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαλάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα χαλάσει |
| εσύ — you | είχες χαλάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαλάσει |
| εμείς — we | είχαμε χαλάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαλάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαλάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χαλάω, θα χαλώ |
| εσύ — you | θα χαλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαλάει, θα χαλά |
| εμείς — we | θα χαλάμε, θα χαλούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαλάν(ε), θα χαλούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χαλάσω |
| εσύ — you | θα χαλάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαλάσει |
| εμείς — we | θα χαλάσουμε, θα χαλάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαλάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαλάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαλάσει |
| εσύ — you | θα έχεις χαλάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαλάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε χαλάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαλάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαλάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χαλάω, να χαλώ |
| εσύ — you | να χαλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαλάει, να χαλά |
| εμείς — we | να χαλάμε, να χαλούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαλάν(ε), να χαλούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χαλάσω |
| εσύ — you | να χαλάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαλάσει |
| εμείς — we | να χαλάσουμε, να χαλάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαλάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαλάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαλάσει |
| εσύ — you | να έχεις χαλάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαλάσει |
| εμείς — we | να έχουμε χαλάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαλάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαλάσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χάλα (εσύ), χαλάτε (εσείς).
Simple: χάλασε (εσύ); χαλάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The active can describe spoiling something or something going wrong: χάλασα το ρολόι versus το ρολόι χάλασε. χαλασμένος, -η, -ο means spoiled or broken.
Το γάλα έχει χαλάσει.
The milk has gone off.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαλώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xalao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xalao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.