Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χαιρετίζω — to greet

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χαιρετίζω — to greet; welcome; salute.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαιρετίζω χαιρετίζομαι
εσύ — you χαιρετίζεις χαιρετίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαιρετίζει χαιρετίζεται
εμείς — we χαιρετίζουμε, χαιρετίζομε χαιρετιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χαιρετίζετε χαιρετίζεστε, χαιρετιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαιρετίζουν(ε) χαιρετίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαιρέτιζα χαιρετιζόμουν(α)
εσύ — you χαιρέτιζες χαιρετιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαιρέτιζε χαιρετιζόταν(ε)
εμείς — we χαιρετίζαμε χαιρετιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χαιρετίζατε χαιρετιζόσαστε, χαιρετιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαιρέτιζαν, χαιρετίζαν(ε) χαιρετίζονταν, χαιρετιζόντανε, χαιρετιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαιρέτισα χαιρετίστηκα
εσύ — you χαιρέτισες χαιρετίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαιρέτισε χαιρετίστηκε
εμείς — we χαιρετίσαμε χαιρετιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χαιρετίσατε χαιρετιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαιρέτισαν, χαιρετίσαν(ε) χαιρετίστηκαν, χαιρετιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χαιρετίσει έχω χαιρετιστεί
εσύ — you έχεις χαιρετίσει έχεις χαιρετιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χαιρετίσει έχει χαιρετιστεί
εμείς — we έχουμε χαιρετίσει έχουμε χαιρετιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χαιρετίσει έχετε χαιρετιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χαιρετίσει έχουν χαιρετιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χαιρετίσει είχα χαιρετιστεί
εσύ — you είχες χαιρετίσει είχες χαιρετιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χαιρετίσει είχε χαιρετιστεί
εμείς — we είχαμε χαιρετίσει είχαμε χαιρετιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χαιρετίσει είχατε χαιρετιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χαιρετίσει είχαν χαιρετιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαιρετίζω θα χαιρετίζομαι
εσύ — you θα χαιρετίζεις θα χαιρετίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαιρετίζει θα χαιρετίζεται
εμείς — we θα χαιρετίζουμε, θα χαιρετίζομε θα χαιρετιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χαιρετίζετε θα χαιρετίζεστε, θα χαιρετιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαιρετίζουν(ε) θα χαιρετίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαιρετίσω θα χαιρετιστώ
εσύ — you θα χαιρετίσεις θα χαιρετιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαιρετίσει θα χαιρετιστεί
εμείς — we θα χαιρετίσουμε, θα χαιρετίσομε θα χαιρετιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χαιρετίσετε θα χαιρετιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαιρετίσουν(ε) θα χαιρετιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χαιρετίσει θα έχω χαιρετιστεί
εσύ — you θα έχεις χαιρετίσει θα έχεις χαιρετιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χαιρετίσει θα έχει χαιρετιστεί
εμείς — we θα έχουμε χαιρετίσει θα έχουμε χαιρετιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χαιρετίσει θα έχετε χαιρετιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χαιρετίσει θα έχουν χαιρετιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαιρετίζω να χαιρετίζομαι
εσύ — you να χαιρετίζεις να χαιρετίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαιρετίζει να χαιρετίζεται
εμείς — we να χαιρετίζουμε, να χαιρετίζομε να χαιρετιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χαιρετίζετε να χαιρετίζεστε, να χαιρετιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαιρετίζουν(ε) να χαιρετίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαιρετίσω να χαιρετιστώ
εσύ — you να χαιρετίσεις να χαιρετιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαιρετίσει να χαιρετιστεί
εμείς — we να χαιρετίσουμε, να χαιρετίσομε να χαιρετιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να χαιρετίσετε να χαιρετιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαιρετίσουν(ε) να χαιρετιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χαιρετίσει να έχω χαιρετιστεί
εσύ — you να έχεις χαιρετίσει να έχεις χαιρετιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χαιρετίσει να έχει χαιρετιστεί
εμείς — we να έχουμε χαιρετίσει να έχουμε χαιρετιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χαιρετίσει να έχετε χαιρετιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χαιρετίσει να έχουν χαιρετιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χαιρέτιζε (εσύ), χαιρετίζετε (εσείς).

Simple: χαιρέτισε (εσύ); χαιρετίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean greeting or saluting, and formally welcoming an initiative or development. Compare χαιρετάω, an everyday greeting or farewell.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χαιρέτισαν την πρωτοβουλία με ενθουσιασμό.

They welcomed the initiative enthusiastically.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαιρετίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xairetizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

1 thought on “χαιρετίζω — to greet”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /xairetizo/