Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαιρετάω / χαιρετώ — to greet; say goodbye to.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαιρετάω, χαιρετώ | χαιρετιέμαι |
| εσύ — you | χαιρετάς | χαιρετιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαιρετάει, χαιρετά | χαιρετιέται |
| εμείς — we | χαιρετάμε, χαιρετούμε | χαιρετιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαιρετάτε | χαιρετιέστε, χαιρετιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαιρετάν(ε), χαιρετούν(ε) | χαιρετιούνται, χαιρετιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαιρετούσα, χαιρέταγα | χαιρετιόμουν(α) |
| εσύ — you | χαιρετούσες, χαιρέταγες | χαιρετιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαιρετούσε, χαιρέταγε | χαιρετιόταν(ε) |
| εμείς — we | χαιρετούσαμε, χαιρετάγαμε | χαιρετιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χαιρετούσατε, χαιρετάγατε | χαιρετιόσαστε, χαιρετιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαιρετούσαν(ε), χαιρέταγαν, χαιρετάγανε | χαιρετιόνταν(ε), χαιρετιούνταν, χαιρετιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαιρέτησα | χαιρετήθηκα |
| εσύ — you | χαιρέτησες | χαιρετήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαιρέτησε | χαιρετήθηκε |
| εμείς — we | χαιρετήσαμε | χαιρετηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαιρετήσατε | χαιρετηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαιρέτησαν, χαιρετήσαν(ε) | χαιρετήθηκαν, χαιρετηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χαιρετήσει | έχω χαιρετηθεί |
| εσύ — you | έχεις χαιρετήσει | έχεις χαιρετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαιρετήσει | έχει χαιρετηθεί |
| εμείς — we | έχουμε χαιρετήσει | έχουμε χαιρετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαιρετήσει | έχετε χαιρετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαιρετήσει | έχουν χαιρετηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χαιρετήσει | είχα χαιρετηθεί |
| εσύ — you | είχες χαιρετήσει | είχες χαιρετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαιρετήσει | είχε χαιρετηθεί |
| εμείς — we | είχαμε χαιρετήσει | είχαμε χαιρετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαιρετήσει | είχατε χαιρετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαιρετήσει | είχαν χαιρετηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαιρετάω, θα χαιρετώ | θα χαιρετιέμαι |
| εσύ — you | θα χαιρετάς | θα χαιρετιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαιρετάει, θα χαιρετά | θα χαιρετιέται |
| εμείς — we | θα χαιρετάμε, θα χαιρετούμε | θα χαιρετιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαιρετάτε | θα χαιρετιέστε, θα χαιρετιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαιρετάν(ε), θα χαιρετούν(ε) | θα χαιρετιούνται, θα χαιρετιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαιρετήσω | θα χαιρετηθώ |
| εσύ — you | θα χαιρετήσεις | θα χαιρετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαιρετήσει | θα χαιρετηθεί |
| εμείς — we | θα χαιρετήσουμε, θα χαιρετήσομε | θα χαιρετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαιρετήσετε | θα χαιρετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαιρετήσουν(ε) | θα χαιρετηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαιρετήσει | θα έχω χαιρετηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις χαιρετήσει | θα έχεις χαιρετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαιρετήσει | θα έχει χαιρετηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χαιρετήσει | θα έχουμε χαιρετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαιρετήσει | θα έχετε χαιρετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαιρετήσει | θα έχουν χαιρετηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαιρετάω, να χαιρετώ | να χαιρετιέμαι |
| εσύ — you | να χαιρετάς | να χαιρετιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαιρετάει, να χαιρετά | να χαιρετιέται |
| εμείς — we | να χαιρετάμε, να χαιρετούμε | να χαιρετιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαιρετάτε | να χαιρετιέστε, να χαιρετιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαιρετάν(ε), να χαιρετούν(ε) | να χαιρετιούνται, να χαιρετιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαιρετήσω | να χαιρετηθώ |
| εσύ — you | να χαιρετήσεις | να χαιρετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαιρετήσει | να χαιρετηθεί |
| εμείς — we | να χαιρετήσουμε, να χαιρετήσομε | να χαιρετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαιρετήσετε | να χαιρετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαιρετήσουν(ε) | να χαιρετηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαιρετήσει | να έχω χαιρετηθεί |
| εσύ — you | να έχεις χαιρετήσει | να έχεις χαιρετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαιρετήσει | να έχει χαιρετηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε χαιρετήσει | να έχουμε χαιρετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαιρετήσει | να έχετε χαιρετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαιρετήσει | να έχουν χαιρετηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χαιρέτα (εσύ), χαιρετάτε (εσείς).
Simple: χαιρέτησε (εσύ); χαιρετήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Can mean greeting someone on arrival or saying goodbye. χαιρετιέμαι commonly has reciprocal meaning: greeting each other, rather than just being greeted.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Χαιρετηθήκαμε στην είσοδο.
We greeted each other at the entrance.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαιρετώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xairetao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xairetao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “χαιρετάω — to greet”
Comments are closed.